επεργάζομαι

From LSJ

κόραξ δ' ἐπαίνῳ καρδίην ἐχαυνώθη → the flattered crow was filled with pride, the flattered crow became elate in heart

Source

Greek Monolingual

ἐπεργάζομαι (Α)
1. καλλιεργώ παράνομα γη που δεν μού ανήκει («ὅς δ' ἄν ἐπεργάζηται τὰ τοῦ γείτονος ὑπερβαίνων τοὺς ὅρους», Πλάτ.)
2. καλλιεργώ, οργώνω
3. ισοπεδώνω τις επιφάνειες πέτρας για τοιχοδομία
4. συζητώ, πραγματεύομαι
5. παθ. είμαι σκαλισμένος («ἐπείργασται... πολλὰ μὲν τῶν ἄθλων Ἡρακλέους», Παυσ.).