κεντέω τὸν πῶλον περὶ τὴν νύσσαν → of impetuous haste, goad the foal around the turning post
βυκανητής, καμπυλοσαλπιστής, κερῳδός, κεραταύλης, κεραύλης, σαλπικτής, σαλπιγκτής