ἐκτροφή: Difference between revisions
Γυναικὶ μὴ πίστευε τὸν σαυτοῦ βίον → Cave salutem feminae credas tuam → Vertraue keiner Frau je an dein Lebensgut
(big3_14b) |
(11) |
||
Line 18: | Line 18: | ||
{{DGE | {{DGE | ||
|dgtxt=-ῆς, ἡ<br /><b class="num">1</b> [[cría]], [[crianza]], [[alimentación]]de niños ἐκτροφαὶ καλαί E.<i>Fr</i>.317.5, τοῦ Τηλέφου Str.12.8.2, τῶν νηπίων Plu.<i>Rom</i>.4, D.H.1.84, I.<i>AI</i> 18.191, por la nodriza <i>IG</i> 12.<i>Suppl</i>.29b.3, ἀνθρώπου δ' ἡ μὲν ἐ. πολύπονος ἡ δ' [[αὔξησις]] βραδεῖα Plu.2.496e, ([[βρέφος]]) οὐκ ἄξιον ἐκτροφῆς ὄν Sor.2.6.39, de anim. πολλὰ δὲ καὶ πρὸς τὰς ἐκτροφὰς τῶν τέκνων στοχαζόμενα de las aves muchas (se aparean en determinada época) con vistas a la alimentación de las crías</i> Arist.<i>HA</i> 542<sup>a</sup>30, cf. 588<sup>b</sup>30, D.P.<i>Au</i>.2.4, ἡ ἐ. οὐκ ἐν τῇ μητρί ἐστιν del embrión de los ovíparos, Arist.<i>GA</i> 754<sup>a</sup>8, como parte de un proceso general ἐκτροφαί τε πάντων καὶ ἀκμαὶ καὶ φθίσεις Arist.<i>Mu</i>.399<sup>a</sup>28, τῶν διδόντων δ' ἐκτροφήν γ' εἶ eres de los que mantienen</i> a la mujer de otro, Men.<i>Phasm</i>.85 (dud.).<br /><b class="num">2</b> bot. [[nutrición]], [[cultivo]], [[crecimiento]] οἱ καρποὶ ... τινος ἀέρος δέονται ... εἰς τὴν ἐκτροφήν Thphr.<i>CP</i> 2.1.6, cf. 5.1, καρπῶν I.<i>AI</i> 4.232, 5.78<br /><b class="num">•</b>fig. [[cultivo]], [[fomento]] κακοδαιμονίας Phld.<i>Ir</i>.9.25. | |dgtxt=-ῆς, ἡ<br /><b class="num">1</b> [[cría]], [[crianza]], [[alimentación]]de niños ἐκτροφαὶ καλαί E.<i>Fr</i>.317.5, τοῦ Τηλέφου Str.12.8.2, τῶν νηπίων Plu.<i>Rom</i>.4, D.H.1.84, I.<i>AI</i> 18.191, por la nodriza <i>IG</i> 12.<i>Suppl</i>.29b.3, ἀνθρώπου δ' ἡ μὲν ἐ. πολύπονος ἡ δ' [[αὔξησις]] βραδεῖα Plu.2.496e, ([[βρέφος]]) οὐκ ἄξιον ἐκτροφῆς ὄν Sor.2.6.39, de anim. πολλὰ δὲ καὶ πρὸς τὰς ἐκτροφὰς τῶν τέκνων στοχαζόμενα de las aves muchas (se aparean en determinada época) con vistas a la alimentación de las crías</i> Arist.<i>HA</i> 542<sup>a</sup>30, cf. 588<sup>b</sup>30, D.P.<i>Au</i>.2.4, ἡ ἐ. οὐκ ἐν τῇ μητρί ἐστιν del embrión de los ovíparos, Arist.<i>GA</i> 754<sup>a</sup>8, como parte de un proceso general ἐκτροφαί τε πάντων καὶ ἀκμαὶ καὶ φθίσεις Arist.<i>Mu</i>.399<sup>a</sup>28, τῶν διδόντων δ' ἐκτροφήν γ' εἶ eres de los que mantienen</i> a la mujer de otro, Men.<i>Phasm</i>.85 (dud.).<br /><b class="num">2</b> bot. [[nutrición]], [[cultivo]], [[crecimiento]] οἱ καρποὶ ... τινος ἀέρος δέονται ... εἰς τὴν ἐκτροφήν Thphr.<i>CP</i> 2.1.6, cf. 5.1, καρπῶν I.<i>AI</i> 4.232, 5.78<br /><b class="num">•</b>fig. [[cultivo]], [[fomento]] κακοδαιμονίας Phld.<i>Ir</i>.9.25. | ||
}} | |||
{{grml | |||
|mltxt=[[ἐκτροφή]], η (Α)<br />[[ανατροφή]], [[μεγάλωμα]]<br />(«[[εκτροφή]] χοίρων»)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> (για καρπούς) [[θρέψη]] («ἐκτροφὴ καρπῶν», Ιώσηπ.)<br /><b>2.</b> <b>μτφ.</b> [[επαύξηση]] («ἐκτροφὴ κακοδαιμονίας», Φιλόδ.). | |||
}} | }} |
Revision as of 07:07, 29 September 2017
English (LSJ)
ἡ,
A bringing up, rearing, nurture, E.Fr.317.5 (pl.), Sor.1.81, Arist.HA542a30 (pl.), GA754a8, al.; ἐ. καρπῶν J.AJ5.1.21: metaph., breeding, κακοδαιμονίας Phld.Ir.p.27 W.
German (Pape)
[Seite 783] ἡ, das Aufziehen, Großziehen, Arist. H. A. 3, 15 u. öfter; Strab. IX, 436.
Greek (Liddell-Scott)
ἐκτροφή: ἡ, ἀνατροφή, Εὐρ. Ἀποσπ. 319. 5· ἀνάπτυξις ἐν τῇ κοιλίᾳ, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 20, 13, κ. ἀλλ.· ἐκτροφὴ καρπῶν Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 5. 1, 21.
Spanish (DGE)
-ῆς, ἡ
1 cría, crianza, alimentaciónde niños ἐκτροφαὶ καλαί E.Fr.317.5, τοῦ Τηλέφου Str.12.8.2, τῶν νηπίων Plu.Rom.4, D.H.1.84, I.AI 18.191, por la nodriza IG 12.Suppl.29b.3, ἀνθρώπου δ' ἡ μὲν ἐ. πολύπονος ἡ δ' αὔξησις βραδεῖα Plu.2.496e, (βρέφος) οὐκ ἄξιον ἐκτροφῆς ὄν Sor.2.6.39, de anim. πολλὰ δὲ καὶ πρὸς τὰς ἐκτροφὰς τῶν τέκνων στοχαζόμενα de las aves muchas (se aparean en determinada época) con vistas a la alimentación de las crías Arist.HA 542a30, cf. 588b30, D.P.Au.2.4, ἡ ἐ. οὐκ ἐν τῇ μητρί ἐστιν del embrión de los ovíparos, Arist.GA 754a8, como parte de un proceso general ἐκτροφαί τε πάντων καὶ ἀκμαὶ καὶ φθίσεις Arist.Mu.399a28, τῶν διδόντων δ' ἐκτροφήν γ' εἶ eres de los que mantienen a la mujer de otro, Men.Phasm.85 (dud.).
2 bot. nutrición, cultivo, crecimiento οἱ καρποὶ ... τινος ἀέρος δέονται ... εἰς τὴν ἐκτροφήν Thphr.CP 2.1.6, cf. 5.1, καρπῶν I.AI 4.232, 5.78
•fig. cultivo, fomento κακοδαιμονίας Phld.Ir.9.25.
Greek Monolingual
ἐκτροφή, η (Α)
ανατροφή, μεγάλωμα
(«εκτροφή χοίρων»)
αρχ.
1. (για καρπούς) θρέψη («ἐκτροφὴ καρπῶν», Ιώσηπ.)
2. μτφ. επαύξηση («ἐκτροφὴ κακοδαιμονίας», Φιλόδ.).