παραπύλιον: Difference between revisions

From LSJ

ζῆν ἀλύπως, ἢ θανεῖν εὐδαιμόνως → Felicis aevum sine malis agere aut mori → Ein Leben ohne Betrübnis oder ein seliger Tod

Menander, Monostichoi, 202
(6_21)
(31)
Line 15: Line 15:
{{ls
{{ls
|lstext='''παραπύλιον''': τό, θυρίδιον παρὰ τὴν μεγάλην πύλην, Συλλ. Ἐπιγρ. 1330,18· [[πύλη]] μικρὰ κατὰ τὰ πλάγια τοῦ οἴκου δι’ ἧς ἐξήγοντο καὶ εἰσήγοντο τὰ κτήνη, κτλ., Κ. Πορφ. πρὸς τὸν υἱὸν Ρωμανὸν 257. 11· - πῠλίς, ἡ, μικρὰ θυρὶς κρυπτή, Ἡλιόδ. 8. 12.
|lstext='''παραπύλιον''': τό, θυρίδιον παρὰ τὴν μεγάλην πύλην, Συλλ. Ἐπιγρ. 1330,18· [[πύλη]] μικρὰ κατὰ τὰ πλάγια τοῦ οἴκου δι’ ἧς ἐξήγοντο καὶ εἰσήγοντο τὰ κτήνη, κτλ., Κ. Πορφ. πρὸς τὸν υἱὸν Ρωμανὸν 257. 11· - πῠλίς, ἡ, μικρὰ θυρὶς κρυπτή, Ἡλιόδ. 8. 12.
}}
{{grml
|mltxt=τὸ, ΜΑ<br />μικρή [[πύλη]] [[κοντά]] σε [[μεγάλη]], [[παραπόρτι]]<br /><b>μσν.</b><br />μικρή [[πύλη]] στην [[πλάγια]] [[πλευρά]] του σπιτιού, από την οποία έμπαζαν και έβγαζαν τα ζώα.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>παρ</i>(<i>α</i>)- <span style="color: red;">+</span> [[πύλη]] (<b>πρβλ.</b> <i>ξυλο</i>-<i>πύλιον</i>)].
}}
}}

Revision as of 12:14, 29 September 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: παραπύλιον Medium diacritics: παραπύλιον Low diacritics: παραπύλιον Capitals: ΠΑΡΑΠΥΛΙΟΝ
Transliteration A: parapýlion Transliteration B: parapylion Transliteration C: parapylion Beta Code: parapu/lion

English (LSJ)

[ῠ], τό,

   A side-gate, wicket,IG5(1).538.18 (pl.).

German (Pape)

[Seite 496] dim. vom Vorigen, Nebenpförtchen, Sp., Inscr. 1330.

Greek (Liddell-Scott)

παραπύλιον: τό, θυρίδιον παρὰ τὴν μεγάλην πύλην, Συλλ. Ἐπιγρ. 1330,18· πύλη μικρὰ κατὰ τὰ πλάγια τοῦ οἴκου δι’ ἧς ἐξήγοντο καὶ εἰσήγοντο τὰ κτήνη, κτλ., Κ. Πορφ. πρὸς τὸν υἱὸν Ρωμανὸν 257. 11· - πῠλίς, ἡ, μικρὰ θυρὶς κρυπτή, Ἡλιόδ. 8. 12.

Greek Monolingual

τὸ, ΜΑ
μικρή πύλη κοντά σε μεγάλη, παραπόρτι
μσν.
μικρή πύλη στην πλάγια πλευρά του σπιτιού, από την οποία έμπαζαν και έβγαζαν τα ζώα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + πύλη (πρβλ. ξυλο-πύλιον)].