Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλάγια

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το, Ν
(γεωμορφ.) επίπεδη συλλεκτήρια λεκάνη που καλύπτεται συνήθως από αλατούχα εδάφη και οφείλει τη σχεδόν τέλεια ισοπέδωσή της σε διαδοχικές πλημμύρες, αλλ. αλμυρό έλος ή αλατούχο πεδίο ή άνυδρη λίμνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. playa < ισπ. playa «παραλία» < μεσ. λατ. plagia πιθ. < πλάγια, πληθ. του ουδ. του επίθ. πλάγιος.