θυμαίνω: Difference between revisions
From LSJ
θεὸς δ' ἁμαρτάνουσιν οὐ παρίσταται → God doesn't stand by those who do wrong
(17) |
(5) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=[[θυμαίνω]] (ΑΜ) [[θυμός]] (ενεργ<br />και μέσ.) οργίζομαι, [[θυμώνω]]. | |mltxt=[[θυμαίνω]] (ΑΜ) [[θυμός]] (ενεργ<br />και μέσ.) οργίζομαι, [[θυμώνω]]. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''θῡμαίνω:''' μέλ. <i>-ᾰνω</i> ([[θυμός]]), είμαι οργισμένος, θυμωμένος, σε Ησίοδ., Αριστοφ. | |||
}} | }} |
Revision as of 23:24, 30 December 2018
English (LSJ)
Ep.impf.
A θυμαίνεσκον A.R.3.1326: (θυμός):—to bewroth, angry, Hes.Sc.262, Ar.Nu.610; τινι at one, ib.1478, Eup.191.
German (Pape)
[Seite 1222] zürnen; ὄμμασι θυμήνασαι Hes. Sc. 262; τινί, auf Jemand, Ar. Nubb. 1478. Das med. bei Hesych. erkl. ὀργίζεται.
Greek (Liddell-Scott)
θῡμαίνω: μέλλ. -ᾰνῶ, (θυμὸς) ὀργίζομαι, θυμώνω, ὄμμασι θυμήνασαι Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 262, Ἀριστοφ. Νεφέλ. 609· τινί, ἐναντίον τινός, αὐτόθι 1478, Εὔπολ. ἐν Μαρ. 21.
French (Bailly abrégé)
être irrité, τινι contre qqn.
Étymologie: θυμός.
Greek Monolingual
θυμαίνω (ΑΜ) θυμός (ενεργ
και μέσ.) οργίζομαι, θυμώνω.
Greek Monotonic
θῡμαίνω: μέλ. -ᾰνω (θυμός), είμαι οργισμένος, θυμωμένος, σε Ησίοδ., Αριστοφ.