ὁποσάπους: Difference between revisions
From LSJ
(5) |
(3b) |
||
Line 24: | Line 24: | ||
{{lsm | {{lsm | ||
|lsmtext='''ὁποσάπους:''' ὁ, ἡ, -πουν, τό, πόσων ποδών [[μακρός]], σε Λουκ. | |lsmtext='''ὁποσάπους:''' ὁ, ἡ, -πουν, τό, πόσων ποδών [[μακρός]], σε Λουκ. | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''ὁποσάπους:''' 2, gen. ποδος (ᾰ) relat. в сколько футов: ἐπισκοπῶν, ὁ. εἴη Luc. соображая, сколько в нем футов. | |||
}} | }} |
Revision as of 01:00, 1 January 2019
English (LSJ)
ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος, in indirect questions,
A how many feet long . ., Luc.Gall.9.
German (Pape)
[Seite 361] ποδος, wie vielfüßig, bes. wie viel Fuß lang, Luc. Gall. 9; vgl. Lob. Phryn. 663.
Greek (Liddell-Scott)
ὁποσάπους: ὁ, ἡ, -πουν, τό, = ὁπόσων ποδῶν· ― ἐπὶ πλαγίας ἐρωτήσεως, πόσων ποδῶν τὸ μῆκος, Λουκ. Ὄνειρ. ἢ Ἀλεκτ. 9.
French (Bailly abrégé)
ους, ουν ; gén. ὁποσάποδος
long de combien de pieds.
Étymologie: ὁπόσος, πούς.
Greek Monolingual
ὁποσάπους, -ουν (Α)
(σε πλάγ. ερώτ.) πόσων ποδών ως προς το μήκος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁπόσος + πούς, ποδός (πρβλ. οκτά-πους)].
Greek Monotonic
ὁποσάπους: ὁ, ἡ, -πουν, τό, πόσων ποδών μακρός, σε Λουκ.
Russian (Dvoretsky)
ὁποσάπους: 2, gen. ποδος (ᾰ) relat. в сколько футов: ἐπισκοπῶν, ὁ. εἴη Luc. соображая, сколько в нем футов.