Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πους

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

ο / πούς, ποδός, ΝΜΑ, και πόδας, ο, ΝΜ, και δωρ. τ. πός και, κατά τον Ησύχ, δωρ. τ. πῶς, και λακων. τ. πόρ, Α
1. το πόδι
2. (μετρ.) σύνθεση της χρονικής αξίας δύο ή περισσότερων συλλαβών που περιέχουν σε δύο κινήσεις-κτύπους τη θέση και την άρση, η οποία απαρτίζει μονάδα, στην επανάληψη της οποίας οφείλεται η δημιουργία του ρυθμού
3. φρ. α) «ρυθμικός πους»
(αρχ. ελλ. μετρ.) μονάδα υποδιαίρεσης τών στίχων που περιέχει απαραίτητα μία τουλάχιστον μακρά και μία βραχεία συλλαβή
β) «αττικός πους» — βασική μονάδα μήκους τών αρχαίων Ελλήνων διαιρούμενη σε 4 παλαιστές ή σε 16 δακτύλους, η οποία ισοδυναμεί με 0, 3083 μέτρα
νεοελλ.
1. βοτ. το βασικό τμήμα ενός εμβρύου σποριοφύτου ή σποριογόνου σώματος το οποίο είναι βυθισμένο στον ιστό του μητρικού φυτού και χρησιμεύει για τη στερέωση του εμβρύου και την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών
2. μουσ. μονάδα που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του μήκους τών αυλών του εκκλησιαστικού οργάνου και της οποίας το πλήθος για κάθε αυλό είναι χαρακτηριστικό για τον φθόγγο τον οποίο αυτός αποδίδει
3. φρ. α) «πόδες ιστίων»
ναυτ. τα δύο εξέχοντα κάτω άκρα ιστίου, καθώς και το σχοινί με το οποίο έλκονται και τεντώνονται αυτά και διά μέσου των οποίων ρυθμίζεται η κόλπωση τών ιστίων
β) «παρά πόδα» ή «παρά πόδας» — στρατιωτικό παράγγελμα κατά το οποίο το όπλο τοποθετείται όρθιο δίπλα στο δεξί πόδι και κρατιέται με το δεξί χέρι
γ) «επί ποδός»
i) όρθια
ii) μτφ. πρόχειρα, βιαστικά
δ) «επί ποδός πολέμου» — έτοιμοι για πόλεμο
ε) «γοργώ τω πόδι» — γρήγορα, με ταχύτητα
στ) «διώκω κατά πόδας» — ακολουθώ, καταδιώκω κάποιον συνεχώς και βιαστικά
3) «τα προ ποδών»
i) αυτά που είναι πολύ κοντά
ii) μτφ. αυτά που είναι κατάλληλα για άμεση χρήση
η) «πους της καθέτου»
μαθημ. σημείο στο οποίο η κάθετος συναντά τη γραμμή ή την επιφάνεια, προς την οποία άγεται
αρχ.
1. (για αγγείο) πυθμένας («ἀγγεῑον... τρήματα ἐκ τῶν ὑπὸ ποδὸς ἔχον», Διοσκ.)
2. όριο, σύνορο που καθορίζεται από λίθο
3. (σχετικά με διαγωνισμό κηρύκων) μεγάλο απόσπασμα που έπρεπε να απαγγείλει ο κήρυκας με μία αναπνοή προκειμένου να νικήσει στον διαγωνισμό
4. σημείο, αφετηρία ή τέρμα μετρήσεως (α. «ἐς πόδας ἐκ κεφαλῆς», Ομ. Ιλ.
β. «ἐκ ποδῶν δ' ἄνω... εἰς ἄκρον κάρα», Αισχύλ.)
5. (η δοτ.) ποσί, ποσσί, πόδεσσι
συχνά προστίθεται σε ρήματα που δηλώνουν κίνηση, όπως βαίνω, προστρέχω, θέω, πηδῶ, σκαίρω, ὀρχοῡμαι, πλίσσομαι, ἔρχομαι ή σε ρήματα που δηλώνουν ποδοπάτημα, καταπάτηση, προκειμένου να προσδώσει έμφαση (α. «ἐπεμβῆναι ποδί», Σοφ. β. «πόσσι καταστείβοισι», Σαπφ.)
β. (στον Όμηρο) πηδάλιο πλοίου ή σχοινί με το οποίο μετακινούσαν το κέρας πλοίου, την αντένα
7. πόδι, στήριγμα επίπλου
8. στον πληθ. οἱ πόδες
οι πρόποδες βουνού («πάντες δ' ἐσσείοντο πόδες πολυπίδακος Ἴδης», Ομ. Ιλ.)
9. φρ. α) «ποσὶν ἐρίζω» — αγωνίζομαι σε αγώνα δρόμου
β) «νικῶ ποσί» — νικώ σε αγώνα δρόμου
γ) «αἵρομαι ἆθλα ποσί» και «αἵρομαι ποδῶν τιμήαἴγλη ή ἀρετὴ ή ὁρμή]» — κερδίζω βραβείο σε αγώνα δρόμου
δ) «πόδα τίθημ' ὑπόπτερον» — κινώ
ε) «νόστιμον ναῡς ἐκίνησε πόδα» — το πλοίο ξεκίνησε κατευθυνόμενο προς την πατρίδα
στ) «φωνὴ τῶν ποδῶν τοῦ ὑετοῦ» — ο ήχος της βροχής κατά την πτώση της
ζ) «πρόσθε [ή πρὸ ή προπάροιθε] ποδῶν» ή «πρόσθε [ή πρὸ] ποδός» — ενώπιον κάποιου
η) παρὰ [ή πὰρ] ποδός» — πρόχειρα, βιαστικά, αμέσως
θ) «πὰρ ποδί» — κοντά
ι) «πάραι ποσὶ κάππεσε θυμός» — αποθαρρύνθηκα εντελώς
ια) «παρὰ πόδα» i) σε μια στιγμή
ii) αμέσως μετά
iii) πρόχειρα, βιαστικά («παρὰ πόδα οἱ ἔλεγχοι», Λουκιαν.)
ιβ) «παρά πόδας»
i) πιο κάτω, χαμηλότερα
ii) αμέσως μετά
ιγ) «ἐν ποσί» — κοντά
ιδ) «τὸ πρὸς ποσί» — αυτό που είναι μπροστά στα πόδια, που είναι κοντά
ιε) «ἐκ ποδῶν» — μακριά
ιστ) «ἐκ ποδὸς ἕπομαι» — παρακολουθώ από κοντά
ιζ) «διώκω ἐκ ποδῶν» — διώκω κατά πόδας
ιη) «κατὰ πόδας ἡμέρα» — η αμέσως επόμενη ημέρα
ιθ) «κατὰ πόδας αἱρῶ» — συλλαμβάνω κάποιον ενώ τρέχει
κ) «κατὰ πόδας τινὸς ἐλαύνωἔρχομαι]» — βαδίζω πίσω από κάποιον
κα) «ἀνά ποδὸς»
(κατά τον Ησύχ.) «ἔμπαλιν, ὀπίσω» — κβ) «ἐπὶ πόδα» — βαδίζοντας προς τα πίσω
κγ) «ἐπὶ πόδα ἀναχωρῶ [ή ἀνάγω ή ἀναχάζομαι]»
i) υποχωρώ χωρίς να στρέφω τα νώτα
ii) (κατ' επέκτ.) υποχωρώ με τάξη, ήσυχα
κδ) «γίνεται ἡ ἔξοδος οἷον ἐπὶ πόδας» — το παιδί γεννιέται με τα πόδια προς τα εμπρός
κε) «περὶ πόδα»
(κυρίως για πέδιλο) i) αυτός που είναι γύρω από το πόδι
ii) αυτός που εφαρμόζει ακριβώς
κστ) «ὡς ποδῶν ἔχει» — με όλη την δύναμη τών ποδιών του, όσο πιο γρήγορα μπορεί
κζ) «ἔξω τινὸς πόδα ἔχω» — δεν έχω σχέση με κάτι, δεν είμαι αναμεμιγμένος σε κάτι
κη) «ἀμφοῑν ποδοῑν» — χρησιμοποιείται προκειμένου να δηλώσει δραστήρια ενέργεια
κθ) «ὅλῳ ποδί» — ολοκληρωτικά, εντελώς
λ) «ὑπὸ πόδας τίθεμαι» — ποδοπατώ, καταπατώ
λα) «ὁ ὑπὸ πόδα» — αυτός που βρίσκεται σε ορισμένη σειρά μετά από κάποιον
λβ) «ὑπὸ πόδα χωρῶ» — υποχωρώ
λγ) «ὀρθῷ ποδί» — προς τα πάνω
λδ) «ἁλιεῑς ἀπὸ ποδός» — πιθανώς αυτοί που ψαρεύουν από την ξηρά
λε) «ποτίζω ἀπό ποδός» — ποτίζω με τη βοήθεια βοδιών τα οποία, κινούμενα, στρέφουν τον τροχό του πηγαδιού
λστ) «πόδας ὠκύς»
(στην Ιλ.) προσωνυμία του Αχιλλέως, γοργοπόδαρος
λζ) «ἐξ ἑνὸς ποδός» — μόνος
λη) «οἱ δι' ἀφ ἡσύχου ποδός» — αυτοί που ζούν ήσυχα
λθ) «χαλῶ πόδα» — χαλαρώνω το σχοινί του ιστίου πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πούς, ποδός ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα pod- της ΙΕ ρίζας ped- «πόδι» και συνδέεται με αρχ. ινδ. pāt, λατ. pes, pedis (με απαθή βαθμίδα της ρίζας), αρχ. νορβ. fōtr, γοτθ. fōtuz καθώς και με τα νεώτερα: γαλλ. pied, αγγλ. foot, γερμ. FuB. Στην Ελληνική η απαθής βαθμίδα της ρίζας απαντά μόνο σε μερικά παρ. με ιδιαίτερη σημ. (πρβλ. πεδά, πέδη, πέδιλον, πέδον, πέζα, πεζός). Αντιθέτως, ο τ. πούς εμφανίζει το βραχύ -ο- της ετεροιωμένης βαθμίδας σ' όλες τις πτώσεις με εξαίρεση την ονομ. εν., όπου στην Ιωνική-Αττική απαντά τ. πούς (με δίφθογγο -ου- νεώτερη και πιθ. αναλογική προς το δούς, δόντος), ενώ στη Δωρική τ. πῶς (από την εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας πεδ-). Ωστόσο, απαντούν και τ. ονομαστικής με βραχύ (πρβλ. δωρ. πός, λακων. πόρ, και τα ομηρ. σύνθ. ἀελλό-πος, ἀρτί-πος, τρί-πος). Η λ. απαντά ήδη και στη Μυκηναϊκή σε πολλούς τύπους, πρβλ. δοτ. podei, οργανική πληθ. popi = popphi = ποπφι, και τα σύνθ. qetoropopi = τετράποπφι, tiripo = τρίπους. Η λ. πούς, τέλος, απαντά ως β' συνθετικό σε μεγάλο αριθμό λέξεων κυρίως με τη μορφή -πους (πρβλ. δί-πους), αλλά και σε ορισμένα θεματικά συνθ. με τις μορφές -ποδον (πρβλ. ανδρά-ποδον, τετρά-ποδον), -πόδιος (πρβλ. παρα-πόδιος), -πόδης (πρβλ. γυμνο-πόδης, στραβο-πόδης)].Παρ. και σύνθ. της λ. πους:
ΠΑΡ. ποδάρι(ον), ποδεών, ποδιαίος, ποδίζω, ποδικός, πόδι(ον), ποδίσκος
αρχ.
ποδείον, ποδία, ποδίς, ποδότης, πόδωμα
(μσν-νεοελλ.) ποδώ.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ποδάγρα, πόδαργος, ποδηγέτης, ποδήρης, ποδοκέφαλο(ν), ποδόμακτρο(ν)
αρχ.
ποδαβρός, ποδαλγής, ποδανιπτήρ, ποδάνιπτρον, ποδάρκης, πόδαυρος, ποδεκμαγείον, ποδένδυτος, ποδηνεκής, ποδήνεμος, ποδίκροτος, ποδοκτύπη, ποδορραγής, ποδόρρωρος, ποδόστροφον, ποδοτρόχαλος, ποδουχώ, ποδοφύλαξ, ποδόψηστρον, ποδοψόφος, ποδώκης, ποδώνυχος
αρχ.-μσν.
ποδηγός, ποδοκάκκη, ποδοστράβη
μσν.
ποδόκοιλον, ποδοκοπώ, ποδοστρόφος, ποδοσφαλώ, ποδοφιλώ, ποδοφορία
μσν.- νεοελλ.
ποδοκόπι, ποδοκτυπώ
νεοελλ.
ποδήλατο, ποδοδερματίτιδα, ποδόδεσμος, ποδόκαρπος, ποδοκηρίο, ποδονιψία. (Β συνθετικό) αντίπους, άπους, βραδύπους, γυμνόπους, δεκάπους, δίπους, εξάπους, μονόπους, οκτάπους, πεντάπους, πλατύπους, πολύπους, σκίμπους, στεγανόπους, στρεβλόπους, ταχύπους, τετράπους, τρίπους
αρχ.
αγκυλόπους, αγχίπους, αερσίπους, αιολόπους, ακαμαντόπους, ακαμπτόπους, ακρόπους, αμαξόπους, ανελλίπους, ανεμόπους, ανιπτόπους, ανύπους, απαλόπους, αργιόπους, αργίπους, αργυρόπους, αροτρόπους, αρτίπους, ασχιοτόπους, αυτόπους, βαρύπους, βροτόπους, γεισίπους, γωνιόπους, δακτυλόπους, δασύπους, δεινόπους, δολιόπους, δολιχόπους, δρακοντόπους, δύσπους, δωδεκάπους, ειλίπους, εκατόμπους, εκκαιδεκάπους, έκπους, ελαφόπους, ελεφαντόπους, ενδεκάπους, εννεάπους, εξηκοντάπους, έξπους, επτακαιδεκάπους, επτάπους, ερυθρόπους, ετερόπους, εύπους, εχινόπους, ηλιόπους, ημίπους, ηχόπους, θηλύπους, θυελλόπους, ιμαντόπους, ισχνόπους, ισχυρόπους, κακόπους, καλάπους, καλλίπους, καλόπους, καμψίπους, καναχήπους, καρκινόπους, κερατόπους, κεφαλόπους, κλείπους, κλινόπους, κλοιόπους, κοινόπους, κονιόπους, κορωνόπους, κουφόπους, κραταίπους, κρατησίπους, κυλλόπους, κυνόπους, λαγώπους, λαιόπους, λαμπρόπους, λασιόπους, λειόπους, λεοντόπους, λεπτόπους, λευκόπους, μαλακόπους, μεγαλόπους, μελάμπους, μελανόπους, μικρόπους, μυριόπους, ναύπους, ναυσίπους, νηλίπους, νηξίπους, νήπους, οξύπους, οπισθόπους, οποσάπους, ορθόπους, ορσίπους, ουλόπους, οφιόπους, παλίμπους, παχύπους, περίπους, περισσόπους, πνοήπους, πολυτρίπους, ποσάπους, πρόπους, πτερόπους, πυξινόπους, ραγόπους, σαράπους, σαυκρόπους, σιδηρόπους, σκαμβόπους, σκληρόπους, στενόπους, στερεόπους, οτικτόπους, στρογγυλόπους, στρουθόπους, σύμπους, συριγγόπους, συρόπους, σφηνόπους, σφιγγόπους, σχιδανόπους, σχιζόπους, ταναύπους, τανύπους, ταυρόπους, τετρίπους, τετταρακαιεικοσίπους, τραγόπους, τραχύπους, τριακοντάπους, τυφλόπους, υγιόπους, υπόπους, υποτρίπους, υστερόπους, υψηλόπους, υψίπους, φαινόπους, φαλιόπους, φελλόπους, χαλαίπους, χαλκόπους, χαμαίπους, χειρόπους, χιλιόπους, χλιδωνόπους, χρυσόπους, χυτρόπους, χωλόπους, ψαυκρόπους, ψηττόπους, ωκύπους
νεοελλ.
βραχύπους, κοιλόπους, μακρόπους, ραιβόπους].