θεοκήρυξ: Difference between revisions
From LSJ
ἐπ' αὐτὸν ἥκεις τὸν βατῆρα τῆς θύρας → you've come to the crux of the matter, come to the point, hit the nail on the head, you've come to the very threshold of the door, you are come to the very threshold of the door, you've arrived at the truth of the matter
(b) |
m (Text replacement - "εῑον" to "εῖον") |
||
(One intermediate revision by the same user not shown) | |||
Line 1: | Line 1: | ||
{{pape | {{pape | ||
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1196.png Seite 1196]] υκος, ὁ, Götter-, Opferherold, Hesych. | |ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-1196.png Seite 1196]] υκος, ὁ, Götter-, Opferherold, Hesych. | ||
}} | |||
{{grml | |||
|mltxt=[[θεοκῆρυξ]], ὁ (AM, Μ και [[θεοκήρυξ]])<br />ο [[κήρυκας]] του θεού, αυτός που κηρύσσει και εξηγεί τον λόγο του θεού<br /><b>αρχ.</b><br /><b>πληθ.</b> <i>oἱ θεοκήρυκες</i><br />[[οικογένεια]] στις Ελευθερές που υποστήριζε ότι κατάγεται από τον «θεῖον κήρυκα», τον Ταλθύβιο.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>θεο</i>- <span style="color: red;">+</span> [[κήρυξ]]]. | |||
}} | }} |
Latest revision as of 10:21, 24 August 2022
German (Pape)
[Seite 1196] υκος, ὁ, Götter-, Opferherold, Hesych.
Greek Monolingual
θεοκῆρυξ, ὁ (AM, Μ και θεοκήρυξ)
ο κήρυκας του θεού, αυτός που κηρύσσει και εξηγεί τον λόγο του θεού
αρχ.
πληθ. oἱ θεοκήρυκες
οικογένεια στις Ελευθερές που υποστήριζε ότι κατάγεται από τον «θεῖον κήρυκα», τον Ταλθύβιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θεο- + κήρυξ].