στρατηλατικός: Difference between revisions
From LSJ
καλῶς γέ μου τὸν υἱὸν ὦ Στιλβωνίδη εὑρὼν ἀπιόντ' ἀπὸ γυμνασίου λελουμένον οὐκ ἔκυσας, οὐ προσεῖπας, οὐ προσηγάγου, οὐκ ὠρχιπέδισας, ὢν ἐμοὶ πατρικὸς φίλος → Ah! Is this well done, Stilbonides? You met my son coming from the bath after the gymnasium and you neither spoke to him, nor kissed him, nor took him with you, nor ever once felt his balls. Would anyone call you an old friend of mine?
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+)<\/b>" to "$1") |
m (LSJ1 replacement) |
||
(5 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=stratilatikos | |Transliteration C=stratilatikos | ||
|Beta Code=strathlatiko/s | |Beta Code=strathlatiko/s | ||
|Definition= | |Definition=στρατηλατική, στρατηλατικόν, of or for a [[commander]], Procl.''Par.Ptol.''247. | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-ή, -όν, Α [[στρατηλάτης]]<br />αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον στρατηλάτη. Επιρρ. <i>στρατηλατικῶς</i> Μ<br />ως [[στρατηλάτης]]. | |mltxt=-ή, -όν, Α [[στρατηλάτης]]<br />αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον στρατηλάτη. Επιρρ. <i>στρατηλατικῶς</i> Μ<br />ως [[στρατηλάτης]]. | ||
}} | }} |
Latest revision as of 11:39, 25 August 2023
English (LSJ)
στρατηλατική, στρατηλατικόν, of or for a commander, Procl.Par.Ptol.247.
Greek Monolingual
-ή, -όν, Α στρατηλάτης
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον στρατηλάτη. Επιρρ. στρατηλατικῶς Μ
ως στρατηλάτης.