Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στρατηλάτης

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: στρᾰτηλάτης Medium diacritics: στρατηλάτης Low diacritics: στρατηλάτης Capitals: ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ
Transliteration A: stratēlátēs Transliteration B: stratēlatēs Transliteration C: stratilatis Beta Code: strathla/ths

English (LSJ)

[ᾰ], ου, ὁ,

   A leader of an army, general, commander, Pratin.Lyr.1.9, S. Aj.1223, E.Ph.1241, and in late Prose, OGI648 (Palmyra, iii A.D.), PLips.48.23 (iv A.D.), etc.; = magister militum, Zos.2.33, Gloss., POxy.1983.2 (vi A.D.), etc.; Ἑλλάδος E.Or.970 (lyr.); also of an admiral, σ. νεῶν A.Eu.637.

German (Pape)

[Seite 951] ὁ, Heerführer; Aesch. Eum. 607; Soph. Ai. 1202 u. öfter, wie Eur. Auch in sp. Prosa, D. Hal. 1, 41 Plut. Num. 5.

Greek (Liddell-Scott)

στρᾰτηλάτης: [ᾰ], -ου, ὁ, (ἐλαύνω) ὁ ὁδηγῶν στρατόν, στρατηγός, διοικητὴς στρατοῦ, Πρατίν. 1, 11, Σοφ. Αἴ. 1223, Εὐρ., καὶ παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, Ἑλλάδος ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 970· ὡσαύτως ἐπὶ ναυάρχου, στρ. νεῶν Αἰσχύλ. Εὐμ. 637.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
chef d’armée, général ; νεῶν ESCHL chef d’une flotte.
Étymologie: στρατός, ἐλαύνω.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ, και θηλ. στρατηλάτις, -ιδος, Α
ηγέτης στρατού, στρατηγός, ανώτατος διοικητής στρατού
νεοελλ.
1. διοικητής στρατού σε νικηφόρο πόλεμο
2. στρατηγός με πολλές νίκες στο ενεργητικό του («ὁ Μέγας Αλέξανδρος υπήρξε μεγάλος στρατηλάτης»)
αρχ.
1. ναύαρχος
2. το θηλ.στρατηλάτις
προσωνυμία της Σελήνης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στρατός + -ηλάτης (< ἐλαύνω) πρβλ. ποδ-ηλάτης, με έκταση λόγω συνθέσεως].

Greek Monotonic

στρᾰτηλάτης: [ᾰ], -ου, ὁ (ἐλαύνω), αυτός που οδηγεί το στράτευμα, στρατηγός, διοικητής, σε Σοφ., Ευρ. κ.λπ.· λέγεται για ναύαρχο, στρατηλάτης νεῶν, σε Αισχύλ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στρατηλάτης -ου, ὁ [στρατός, ἐλαύνω] Dor. gen. plur. στρατηλατᾶν Eur. Or. 970, legeraanvoerder;. σ. νεῶν bevelhebber van de schepen, admiraal Aeschl. Eum. 637.

Russian (Dvoretsky)

στρᾰτηλάτης: ου (λᾰ) ὁ (главно)командующий, полководец Soph., Eur.: σ. νεῶν Aesch., Eur. командующий флотом.

Middle Liddell

στρᾰ˘τ-ηλάτης, ου, ὁ, ἐλαύνω
a leader of an army, a general, commander, Soph., Eur., etc.; of an admiral, στρ. νεῶν Aesch.