συνθηρατής: Difference between revisions
From LSJ
(40) |
(6) |
||
Line 18: | Line 18: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=ὁ, Α [[συνθηρῶ]]<br />αυτός που κυνηγά από κοινού με κάποιον. | |mltxt=ὁ, Α [[συνθηρῶ]]<br />αυτός που κυνηγά από κοινού με κάποιον. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''συνθηρᾱτής:''' -οῦ, ὁ, αυτός που παίρνει [[μέρος]] από κοινού με άλλους στο [[κυνήγι]], <i>τινός</i>, σε Ξεν. | |||
}} | }} |
Revision as of 02:00, 31 December 2018
English (LSJ)
οῦ, ὁ,
A one who joins in quest of, τῶν φίλων X.Mem.3.11.15.
Greek (Liddell-Scott)
συνθηρᾱτής: -οῦ, ὁ, ὁ ἀπὸ κοινοῦ μετά τινος θηρεύων, τί οὐ σύ μοι ἐγένου συνθηρατὴς τῶν φίλων; Ξεν. Ἀπομν. 3, 11, 15.
French (Bailly abrégé)
οῦ (ὁ) :
compagnon de chasse.
Étymologie: συνθηράω.
Greek Monolingual
ὁ, Α συνθηρῶ
αυτός που κυνηγά από κοινού με κάποιον.
Greek Monotonic
συνθηρᾱτής: -οῦ, ὁ, αυτός που παίρνει μέρος από κοινού με άλλους στο κυνήγι, τινός, σε Ξεν.