ἱματιοπώλης: Difference between revisions

From LSJ

περιστάσεις ἄνδρα δεικνύουσιν → circumstances show the man

Source
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+)-([\w]+)<\/b>" to "$1-$2")
m (Text replacement - "Πολυδ." to "Πολυδ.")
Line 14: Line 14:
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''ἱμᾰτιοπώλης''': -ου, ὁ, πωλητὴς ἐνδυμάτων, Κριτίας 54, Συλλ. Ἐπιγρ. 3433· θηλ. ἱματιόπωλις, ιδος, Ἀθήν. 76Δ· ἡ ἱματ. ἀγορὰ [[Πολυδ]]. Ζ΄, 78, ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 532, κἑξ.
|lstext='''ἱμᾰτιοπώλης''': -ου, ὁ, πωλητὴς ἐνδυμάτων, Κριτίας 54, Συλλ. Ἐπιγρ. 3433· θηλ. ἱματιόπωλις, ιδος, Ἀθήν. 76Δ· ἡ ἱματ. ἀγορὰ Πολυδ. Ζ΄, 78, ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 532, κἑξ.
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=ο (Α [[ἱματιοπώλης]] και θηλ. ίματιοπῶλις, -ιδος)<br />[[πωλητής]] ιματίων, [[πωλητής]] ενδυμάτων.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ιμάτιον</i> <span style="color: red;">+</span> -[[πώλης]] (<span style="color: red;"><</span> [[πωλώ]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>λαχανο</i>-[[πώλης]], <i>μυρο</i>-[[πώλης]].
|mltxt=ο (Α [[ἱματιοπώλης]] και θηλ. ίματιοπῶλις, -ιδος)<br />[[πωλητής]] ιματίων, [[πωλητής]] ενδυμάτων.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ιμάτιον</i> <span style="color: red;">+</span> -[[πώλης]] (<span style="color: red;"><</span> [[πωλώ]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>λαχανο</i>-[[πώλης]], <i>μυρο</i>-[[πώλης]].
}}
}}

Revision as of 21:25, 7 July 2020

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἱμᾰτιοπώλης Medium diacritics: ἱματιοπώλης Low diacritics: ιματιοπώλης Capitals: ΙΜΑΤΙΟΠΩΛΗΣ
Transliteration A: himatiopṓlēs Transliteration B: himatiopōlēs Transliteration C: imatiopolis Beta Code: i(matiopw/lhs

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A clothes-dealer, CritiasFr.64D., UPZ8.32 (ii B.C.), AJP 38.418 (Egypt), Ephes.3p.146 (εἱμ-), Ptol.Tetr.179:—also in form εἱματοπ., Gloss.:—fem. ἱμᾰτιό-πωλις, ιδος, IG2.3650, Ath.3.76a; ἡ ἱ. ἀγορά Poll.7.78:

German (Pape)

[Seite 1252] ὁ, Kleiderverkäufer, Eust.

Greek (Liddell-Scott)

ἱμᾰτιοπώλης: -ου, ὁ, πωλητὴς ἐνδυμάτων, Κριτίας 54, Συλλ. Ἐπιγρ. 3433· θηλ. ἱματιόπωλις, ιδος, Ἀθήν. 76Δ· ἡ ἱματ. ἀγορὰ Πολυδ. Ζ΄, 78, ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 532, κἑξ.

Greek Monolingual

ο (Α ἱματιοπώλης και θηλ. ίματιοπῶλις, -ιδος)
πωλητής ιματίων, πωλητής ενδυμάτων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιμάτιον + -πώλης (< πωλώ), πρβλ. λαχανο-πώλης, μυρο-πώλης.