ἀνθυφαιρέω: Difference between revisions
ῥᾴδιον φθείρειν φαρμακεύσεσιν ἢ ἀποτροπαῖς ἢ καὶ κλοπαῖς → easy to spoil by means of sorcery or diverting or theft
m (Text replacement - "<b class="b2">PLond.ined</b>" to "PLond.ined") |
m (Text replacement - " LXX " to " LXX ") |
||
Line 17: | Line 17: | ||
}} | }} | ||
{{DGE | {{DGE | ||
|dgtxt=[[descontar]], [[deducir]] ἀνθυφελοῦμεν ἀεὶ τὸν ἐλάττονα ἀπὸ τοῦ μείζονος Iambl.<i>in Nic</i>.p.28, cf. <i>PLond</i>.1994.164 (III a.C.)<br /><b class="num">•</b>en v. pas. ἀνθυφαιρεθέντος τοῦ μισθοῦ <i>IG</i> 4<sup>2</sup>.98.8 (III a.C.), cf. <i>PLond</i>.1995.333 (III a.C.), τῶν τριῶν (minutos) ἀνθυφαιρουμένων ὑπὸ τῆς τοῦ λοξοῦ κύκλου τῆς σελήνης εἰς τἀναντία κινήσεως Procl.<i>Hyp</i>.4.12, cf. Porph.<i>in Ptol</i>.194, ἀνθυφαιρεθήσεται ἀπὸ τῆς συντιμήσεως LXX <i>Le</i>.27.18, καὶ δῆλον ὅτι (ἡ ἡμέρα [[ἐμβόλιμος]]) ἀνθυφῃρέθη [[αὖθις]] D.C.48.33.4<br /><b class="num">•</b>mat. [[sustraer alternativamente]] dos magnitudes para hallar el máximo denominador común, Eucl.10.2, 3, Heph.Astr.2.1.5. | |dgtxt=[[descontar]], [[deducir]] ἀνθυφελοῦμεν ἀεὶ τὸν ἐλάττονα ἀπὸ τοῦ μείζονος Iambl.<i>in Nic</i>.p.28, cf. <i>PLond</i>.1994.164 (III a.C.)<br /><b class="num">•</b>en v. pas. ἀνθυφαιρεθέντος τοῦ μισθοῦ <i>IG</i> 4<sup>2</sup>.98.8 (III a.C.), cf. <i>PLond</i>.1995.333 (III a.C.), τῶν τριῶν (minutos) ἀνθυφαιρουμένων ὑπὸ τῆς τοῦ λοξοῦ κύκλου τῆς σελήνης εἰς τἀναντία κινήσεως Procl.<i>Hyp</i>.4.12, cf. Porph.<i>in Ptol</i>.194, ἀνθυφαιρεθήσεται ἀπὸ τῆς συντιμήσεως [[LXX]] <i>Le</i>.27.18, καὶ δῆλον ὅτι (ἡ ἡμέρα [[ἐμβόλιμος]]) ἀνθυφῃρέθη [[αὖθις]] D.C.48.33.4<br /><b class="num">•</b>mat. [[sustraer alternativamente]] dos magnitudes para hallar el máximo denominador común, Eucl.10.2, 3, Heph.Astr.2.1.5. | ||
}} | }} |
Revision as of 15:49, 20 June 2022
English (LSJ)
A take away again or in turn, lamb.in Nic.p.28P., Porph. in Ptol.194:—Pass., LXXLe.27.18, PLond.ined.2361v(iii B. C.), D.C. 48.33, Procl.Hyp.4.12. 2 ἀ. μισθοῦ deduct on account of wages, IG4.1508A8 (Epid.).
German (Pape)
[Seite 236] dagegen wegnehmen, Dio Cass. 48, 33.
Greek (Liddell-Scott)
ἀνθυφαιρέω: ἀφαιρῶ πάλιν, ἀνθυφῃρέθη αὖθις [[[ἡμέρα]] ἐμβόλιμος] Δίων Κ. 48. 33 ἐν τῷ παθ.
Spanish (DGE)
descontar, deducir ἀνθυφελοῦμεν ἀεὶ τὸν ἐλάττονα ἀπὸ τοῦ μείζονος Iambl.in Nic.p.28, cf. PLond.1994.164 (III a.C.)
•en v. pas. ἀνθυφαιρεθέντος τοῦ μισθοῦ IG 42.98.8 (III a.C.), cf. PLond.1995.333 (III a.C.), τῶν τριῶν (minutos) ἀνθυφαιρουμένων ὑπὸ τῆς τοῦ λοξοῦ κύκλου τῆς σελήνης εἰς τἀναντία κινήσεως Procl.Hyp.4.12, cf. Porph.in Ptol.194, ἀνθυφαιρεθήσεται ἀπὸ τῆς συντιμήσεως LXX Le.27.18, καὶ δῆλον ὅτι (ἡ ἡμέρα ἐμβόλιμος) ἀνθυφῃρέθη αὖθις D.C.48.33.4
•mat. sustraer alternativamente dos magnitudes para hallar el máximo denominador común, Eucl.10.2, 3, Heph.Astr.2.1.5.