δοτέος: Difference between revisions

From LSJ

τἄλλαι ... γυναῖκες ... ἀπήλαἁν τὼς ἄνδρας ἀπὸ τῶν ὑσσάκων → the other women diverted the men from their vaginas

Source
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")
Line 15: Line 15:
{{bailly
{{bailly
|btext=α, ον :<br />qu’il faut donner.<br />'''Étymologie:''' adj. verb. de [[δίδωμι]].
|btext=α, ον :<br />qu’il faut donner.<br />'''Étymologie:''' adj. verb. de [[δίδωμι]].
}}
{{elru
|elrutext='''δοτέος:''' adj. verb. к [[δίδωμι]].
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 21: Line 24:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''δοτέος:''' -α, -ον, ρημ. επίθ. του [[δίδωμι]]·<br /><b class="num">I.</b> αυτός που πρέπει να δοθεί, σε Ηρόδ.<br /><b class="num">II.</b> <i>δοτέον</i>, πρέπει να δώσουμε, στον ίδ.
|lsmtext='''δοτέος:''' -α, -ον, ρημ. επίθ. του [[δίδωμι]]·<br /><b class="num">I.</b> αυτός που πρέπει να δοθεί, σε Ηρόδ.<br /><b class="num">II.</b> <i>δοτέον</i>, πρέπει να δώσουμε, στον ίδ.
}}
{{elru
|elrutext='''δοτέος:''' adj. verb. к [[δίδωμι]].
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj
|mdlsjtxt=[[δοτέος]], η, ον <i>adj</i> verb. adj. of [[δίδωμι]]<br /><b class="num">I.</b> to be given, Hdt.<br /><b class="num">II.</b> δοτέον, one must [[give]], Hdt.
|mdlsjtxt=[[δοτέος]], η, ον <i>adj</i> verb. adj. of [[δίδωμι]]<br /><b class="num">I.</b> to be given, Hdt.<br /><b class="num">II.</b> δοτέον, one must [[give]], Hdt.
}}
}}

Revision as of 12:50, 3 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δοτέος Medium diacritics: δοτέος Low diacritics: δοτέος Capitals: ΔΟΤΕΟΣ
Transliteration A: dotéos Transliteration B: doteos Transliteration C: doteos Beta Code: dote/os

English (LSJ)

α, ον, (δίδωμι) A to be given, Hdt.8.111. II δοτέον one must give, Pl. R.452e, Alex.250, etc.; one must allow, c. inf., Luc.Abd.9.

Spanish (DGE)

-α, -ον
que debe ser dado σφι ... δοτέα εἶναι χρήματα Hdt.8.111, μισθὸς ἄρα τις δ. Arist.EN 1134b7, ἀλλ' ἐκεῖνα οὐ δοτέα Str.12.3.23.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
qu’il faut donner.
Étymologie: adj. verb. de δίδωμι.

Russian (Dvoretsky)

δοτέος: adj. verb. к δίδωμι.

Greek (Liddell-Scott)

δοτέος: -α, -ον, ῥηματ. ἐπίθ. τοῦ δίδωμι, ὃν πρέπει νὰ δώσῃ τις, Ἡρόδ. 8. 111. ΙΙ. δοτέον, πρέπει νὰ δώσῃ τις, αὐτόθι 88, Ἄλεξ. Φιλίσκ. 1, κτλ.

Greek Monotonic

δοτέος: -α, -ον, ρημ. επίθ. του δίδωμι·
I. αυτός που πρέπει να δοθεί, σε Ηρόδ.
II. δοτέον, πρέπει να δώσουμε, στον ίδ.

Middle Liddell

δοτέος, η, ον adj verb. adj. of δίδωμι
I. to be given, Hdt.
II. δοτέον, one must give, Hdt.