παρασχοινίζω: Difference between revisions
From LSJ
εἰς δὲ θεοὺς ἀσεβείας τε καὶ εὐσεβείας καὶ γονέας καὶ αὐτόχειρος φόνου μείζους ἔτι τοὺς μισθοὺς διηγεῖτο → and he had still greater requitals to tell of piety and impiety towards the gods and parents and of self-slaughter
m (Text replacement - "<span class="sense"><span class="bld">A<\/span> (?s)(?!.*<span class="bld">)" to "") |
m (LSJ1 replacement) |
||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=paraschoinizo | |Transliteration C=paraschoinizo | ||
|Beta Code=parasxoini/zw | |Beta Code=parasxoini/zw | ||
|Definition=[[fence off with lines]], παρεσχοίνισται ἡ ὁδός | |Definition=[[fence off with lines]], παρεσχοίνισται ἡ ὁδός Str.15.1.55. | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape |
Latest revision as of 12:01, 25 August 2023
English (LSJ)
fence off with lines, παρεσχοίνισται ἡ ὁδός Str.15.1.55.
German (Pape)
[Seite 501] durch ein daneben od. davor gezogenes Seil ausmessen, Strab. XV, 710.
Greek (Liddell-Scott)
παρασχοινίζω: ἀποφράττω διὰ σχοινίου, παρεσχοίνισται ἡ ὁδὸς Στράβ. 710· - παρασχοίνισμα, τό, σχοινίον ἐκτεινόμενον πλησίον ἢ κατὰ μῆκος, Πολυδ. Ζ΄, 160.
Greek Monolingual
Α
φράζω κάτι με τεντωμένο σχοινί («παρεσχοίνισται ἡ ὁδός», Στράβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + σχοινί + κατάλ. -ίζω].