Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σχοινίον

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: σχοινίον Medium diacritics: σχοινίον Low diacritics: σχοινίον Capitals: ΣΧΟΙΝΙΟΝ
Transliteration A: schoiníon Transliteration B: schoinion Transliteration C: schoinion Beta Code: sxoini/on

English (LSJ)

τό, Dim. of

   A σχοῖνος 11, small rope, cord or thread, Hdt.1.26, 5.85, 86, Ar.Ach.22, etc.; simply, rope, e.g. for mooring a ship, IG22.1611.254 (pl.); ὅστις ἀναρριχᾶται διὰ σχοινίου Gal.6.140; ἐπὶ σχοινίου περιπατεῖν Arr.Epict.3.12.2: prov., τὸ ἐκ τῆς ψάμμου σχοινίον πλέκειν Aristid.2.309 J.; πλεῖς τὴν θάλατταν σχοινίων πωλουμένων; when there are ropes for sale? Antiph. 100, cf. Com.Adesp.296.    2 measuring-line, Arist.Mech.853b5, LXX 2 Ki.8.2, OGI669.60 (Egypt, i A.D.): hence,    b measure, portion, LXX Ps.15.6.    c 100 cubits, the side of an ἄρουρα, PTeb.13.13 (ii B.C.).    3 girdle, LXX Je.45(38).11, Ep.Je.43.    4 σχοινίον βοτρύων, = σχοινιά 1, Aristeas 75 codd. (but σχοινιαί is prob. cj.).    II metaph., λύειν σχοινίον μεριμνᾶν the cord of cares (which binds one), Pi.Fr.248.    III Com., membrum virile, Ar.V.1342.

German (Pape)

[Seite 1056] τό, ein aus Binsen geflochtener Strick, übh. Strick, Schnur, bes. das Meßseil, Ar. Vesp. 1342 Pax 36 u. öfter; μεμιλτωμένον, Ach. 22; übertr., σχοινίον δυσφόρων μεριμνᾶν, Pind. frg. 124; Her. 1, 26. 5. 86 u. Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

σχοινίον: τό, ὑποκορ. τοῦ σχοῖνος ΙΙ, μικρὸν, λεπτὸν σχοινίον, ἢ ἁπλῶς σχοινίον ὡς καὶ νῦν, Ἡρόδ. 1. 26., 5, 85, 86, Ἀριστοφ. Ἀχ. 22, κ. ἀλλ.· παροιμ., ἐξ ἄμμου σχοινίον πλέκειν Ἀριστείδ· πλεῖς τὴν θάλατταν σχοινίων πωλουμένων; ὅτε πωλοῦνται σχοινία; Ἀντιφάνης ἐν «Ἐφεσίᾳ» 1, πρβλ. Ἀνώνυμ. 54· σχοινίον τὸ μεμιλτωμένον, δι’ οὗ περιβάλλοντες τοὺς πολίτας ἠνάγκαζον αὐτοὺς νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν ἐκκλησίαν· τοῦτο δὲ ἐποίουν ὑπὲρ τοῦ μὴ βραδύνειν, Ἀριστοφ. Ἀχ. 22 ἔνθα ἴδε Σχολιαστ. 2) σχοινίον ὡς μέτρον, Ἀρχ. Μαθ. σελ. 310, Ἑβδ. (Β΄ Βασιλ. Η΄, 2), Συλλ. Ἐπιγρ. 4957. 60 ― ὅθεν, β) ὡς τὸ σχοίνισμα, μέτρον, μερίδιον, Ἑβδ. (Ψαλμ. ΙΕ΄, 6). 3) ζώνη, αὐτόθι (Ἱερεμ. ΜΕ΄, 11). 4) σχ. βοτρύων, = σχοινιά, Ἀριστέας π. τῶν Ἑβδομ. σ. 111Α. ΙΙ. μεταφορ., ἀδιάσπαστος σειρὰ ἢ ἅλυσις, λύειν σχοινίον μεριμνῶν Πινδ. Ἀποσπ. 124· ὡς τὸ negotiorum catenam ambrumpere παρὰ τῷ Σενέκᾳ. ΙΙΙ. παρὰ τοῖς Κωμικοῖς, τὸ ἀνδρικὸν μόριον, Ἀριστοφ. Σφ. 1342.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
corde de jonc tressé, corde, cordage.
Étymologie: σχοῖνος.

English (Slater)

σχοινίον
   1 cord met. δυσφόρων σχοινίον μεριμνᾶν (sc. τῷ Λυαίῳ θεῷ λύοντι) fr. 248.

English (Strong)

diminutive of schoinos (a rush or flag-plant; of uncertain derivation); a rushlet, i.e. grass-withe or tie (generally): small cord, rope.

English (Thayer)

σχοινιου, τό (diminutive of the noun σχοῖνος, ὁ and ἡ, a rush), from Herodotus down, properly, a cord or rope made of rushes; universally, a rope: Acts 27:32.

Greek Monolingual

τὸ, ΜΑ
βλ. σχοινί.

Greek Monotonic

σχοινίον: τό, υποκορ. του σχοῖνος II, λεπτό σχοινί, ή απλώς, σχοινί, σε Ηρόδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

σχοινίον: τό
1) веревка, бечевка Her., Arph.;
2) канат Arph.;
3) перен. цепь, вереница (μεριμνῶν Pind. ap. Plut.;
4) membrum virile Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σχοινίον -ου, τό [σχοῖνος] touw, kabel; seks. slappe lul. Aristoph. Ve. 1342.

Middle Liddell

σχοινίον, ου, τό, [Dim. of σχοῖνος III]
a cord, Hdt., etc.

Chinese

原文音譯:scoin⋯on 士回你按
詞類次數:名詞(2)
原文字根:燈心草(作繩子用)
字義溯源:草繩,細繩,線,粗繩,繩子;源自(σχοινίον)X*=燈心草)
出現次數:總共(2);約(1);徒(1)
譯字彙編
1) 繩子(2) 約2:15; 徒27:32