ὣς ὁ μὲν ἔνθ' ἀπόλωλεν, ἐπεὶ πίεν ἁλμυρὸν ὕδωρ → so there he perished, when he had drunk the salt water
ἰλαδόν και ἰληδόν (Α)
επίρρ.
1. κατά ίλες, σε ίλες
2. άφθονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἴλη + κατάλ. τροπ. επιρρ. -δον (πρβλ. αναφαν-δόν, πρηνη-δόν). Ο τ. ἰλαδόν ήταν πιο εύχρηστος για μετρικούς λόγους].