ζητιάνος
From LSJ
Dante Alighieri, Paradiso, XXXIII, v. 145
Greek Monolingual
-α, -ικο
ο επαίτης, αυτός που ζητάει ελεημοσύνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζητ- (< ζητώ) + -ιάνος, πρβλ. πρωτευουσιάνος].
-α, -ικο
ο επαίτης, αυτός που ζητάει ελεημοσύνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζητ- (< ζητώ) + -ιάνος, πρβλ. πρωτευουσιάνος].