Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζητώ

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-άω και -έω (AM ζητῶ, -έω)
1. γυρεύω, ψάχνω να βρω κάποιον ή κάτι (α. «ζητώ εργασία» β. «ἐμὲ δ' ἔξοχα πάντων ζήτει», Ομ. Ιλ. γ. «σέ ζητάω απ' το πρωί» δ. «αἰτεῑτε, καὶ δοθήσεται ὑμῑν, ζητεῑτε, καί εὑρήσετε», ΚΔ)
2. ερευνώ να βρω, αναζητώ («ζητῶν τὸν αὐτόχειρα τοῦ φόνου λαβεῑν», Σοφ.)
3. ζητώ να πάρω κάτι που το δικαιούμαι, απαιτώ, αξιώνω (α. «ζητώ μερίδιο από τα κέρδη» β. «τῶν πράξεων παρὰ τοῦ στρατηγοῡ λόγον ζητοῦντες», Δημοσθ.)
4. επιζητώ, επιδιώκω, επιθυμώ (α. «ζητώ αφορμή για καβγά» β. «τἀμήχανα ζητῶν», Ευρ.)
5. αισθάνομαι την ανάγκη κάποιου («ἵνα μή ζητέοιεν σιτία», Ηρόδ.)
6. (το ουδ. μτχ. παθ. ενεστ. ως ουσ.) το ζητούμενο(ν)
το ζήτημα, το αντικείμενο της έρευνας
νεοελλ.
1. ζητώ κάτι ως ελεημοσύνη, ζητιανεύω
2. (για θηλ. ζώα) επιθυμώ να συνουσιαστώ («η φοράδα άρχισε να ζητάει»)
3. παθ. ζητούμαι και ζητιέμαι
(για προϊόντα, εμπορεύματα κ.λπ.) είμαι αντικείμενο ζήτησης, εμφανίζονται αγοραστές για την αγορά μου
μσν.-αρχ.
ζητώ να μάθω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μετονοματικό παρ. κατά τα αιτέω δατέομαι από ρηματικό επίθετο ζητός, που μαρτυρείται ως ζατός στην αρκαδική διάλ. και ανάγεται με τη σειρά του σε αρχικό ρ. δί-ζη-μαι (< δι-δyα-μαι που ανάγεται σε ΙΕ ρίζα dei∂ «επιδιώκω»). Συνδέεται πιθ. με τα αρχ. ελλ. ζημία, ζήλος, ζητρός, οι αντιστοιχίες του όμως στις άλλες ΙΕ γλώσσες δεν είναι εμφανείς.
ΠΑΡ. ζήτημα, ζήτησις, ζητητής
νεοελλ.
ζητιάνος, ζήτουλας.
ΣΥΝΘ. αναζητώ, επιζητώ, εκζητώ, καταζητώ, συζητώ, συναναζητώ, συνεπιζητώ
αρχ.
αντιζητέω, διαζητέω, παραζητέω, προζητέω, προσαναζητέω, προσεπιζητέω, προσζητέω, υποζητέω
νεοελλ.
αποζητώ, επαναζητώ, ξαναζητώ, πολυζητώ, ψωμοζητώ].