ὁρμητός
From LSJ
καὶ ὑποθέμενος κατὰ τῆς κεφαλῆς φέρειν τὰς πληγάς, ὡς ἐν ἐκείνῃ τοῦ τε κακοῦ τοῦ πρὸς ἀνθρώπους → and having instructed them to bring their blows against the head, seeing that the harm to humans ... (Josephus, Antiquities of the Jews 1.50)
English (LSJ)
ὁρμητή, ὁρμητόν, set in motion, τὸ [τῆς διανοίας] ὁρμητόν that which is set in motion by... M.Ant.9.28.
Greek (Liddell-Scott)
ὁρμητός: -ή, -όν, ὁ εἰς κίνησιν τεθείς, τὸ [τῆς διανοίας] ὁρμητόν, τὸ ὑπὸ τῆς διανοίας κινούμενον, τὸ ἐπιθυμητόν, Μ. Ἀντωνῖν. 9. 28.
Greek Monolingual
ὁρμητός, -ή, -όν (Α) ορμώ
ο δεκτικός κινήσεως, αυτός τον οποίο μπορεί να κινήσει κάποιος.