Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀλφιτεία

From LSJ
Revision as of 15:20, 8 January 2023 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)btext=(.*?:<br \/>)([\w\s'-]+)\.<br" to "btext=$1$2.<br")

Ἴσος ἴσθι πᾶσι, κἂν ὑπερέχῃς τῷ βίῳ → Quamvis superior sorte, da te aequum omnibus → Sei allen gleich, auch wenn du reicher bist

Menander, Monostichoi, 257
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀλφῐτεία Medium diacritics: ἀλφιτεία Low diacritics: αλφιτεία Capitals: ΑΛΦΙΤΕΙΑ
Transliteration A: alphiteía Transliteration B: alphiteia Transliteration C: alfiteia Beta Code: a)lfitei/a

English (LSJ)

ἡ, preparing of ἄλφιτα, Hyp.Fr.225 (ἀλφίτια codd. Poll.), Poll.7.18.

Spanish (DGE)

(ἀλφῐτεία) -ας, ἡ
fabricación de harina de cebada Hyp.Fr.225, Poll.7.18.
• Diccionario Micénico: a-pi-te-ja (?).

German (Pape)

[Seite 112] ἡ, Gerstengraupenbereitung, Poll. 7, 18.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
préparation de la farine.
Étymologie: ἀλφιτεύς.

Greek (Liddell-Scott)

ἀλφῐτεία: ἡ, ἀλφιτοποιΐα, Ὑπερείδ. παρὰ Πολυδ. 6. 37, πρβλ. 7. 18: - ἀλφῐτεῖον, τό, μύλος πρὸς ἄλεσιν ἀλφίτων, Πολυδ. 3. 78., 7. 19, Α. Β. 261: - ἀλφῐτεύς, έως, ὁ, μυλωθρὸς ἀλέθων κριθάς, Πολυδ. 7. 18. - ἀλφῐτεύω = ἀλέθω κριθάς· ἴδε ἐν λ. ἀλφηστεύω.

Greek Monolingual

ἀλφίτεια, η (ἀλφιτεύς)
στη Μυκηναϊκή η λέξη απαντά σε πινακίδα από την Πύλο και δηλώνει γυναικείο επάγγελμα
σημαίνει πιθανότατα ό,τι και το ἀλφιτεὺς (μυλωνάς), του οποίου είναι το αντίστοιχο θηλυκό (δοτική ενικού a-pi-te-ja).

Greek Monolingual

ἀλφιτεία, η (Α) ἀλφιτεύω
η αλφιτοποιία.