ξιφηφόρος

From LSJ
Revision as of 19:32, 9 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (Bailly1_3)

τοῖς οἰκείοις συκοφαντίαν δέδωκεν → has given to his friends an opportunity for chicane, has offered to his friends the right of vindictive prosecution

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ξῐφηφόρος Medium diacritics: ξιφηφόρος Low diacritics: ξιφηφόρος Capitals: ΞΙΦΗΦΟΡΟΣ
Transliteration A: xiphēphóros Transliteration B: xiphēphoros Transliteration C: ksififoros Beta Code: cifhfo/ros

English (LSJ)

ον,

   A bearing a sword, sword in hand, E.Or.1504,al.; ξ. ἀγῶνες A.Ch.584, E.HF812 (lyr.); βρόχοι ib.730; χεῖρες Antiph.217.19,cf. Callistr.Stat.13: as Subst., swordsman, Hdn.7.10.7.    II = ξιφίας 11, Sch.Arat.1091.

German (Pape)

[Seite 279] ein Schwert tragend; Eur. Ion 980; auch ἀγῶνες, Aesch. Ch. 577; Eur. oft, ξιφηφόρων ἐς ἀγώνων ἅμιλλαν, Herc. Fur. 812; in sp. Prosa, Hdn. 7, 10, 3.

Greek (Liddell-Scott)

ξῐφηφόρος: -ον, ὁ φέρων ξίφος, ὁ ἔχων ξίφος ἐν τῇ χειρί, ξ. ἀγῶνες Αἰσχύλ. Χο. 584, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 812· βρόχοι 730. ΙΙ. = ξιφίας ΙΙ, Θέων εἰς Ἄρατ. - Ὡσαύτως ξιφορ-, Γλωσσ. ξῐφίας, ου, ὁ, (ξίφος) ὁ γνωστὸς ἰχθύς, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 2. 13, 9, κ. ἀλλ., Ἀρχέστρ. παρ’ Ἀθην. 314Ε· ἐν τῷ Δωρ. τύπῳ σκιφίας, Ἐπίχ. 29 Ahr.· πρβλ. Ξ, ξ. ΙΙ. 1. ΙΙ. κομήτης τις, (ὡς ἐκ τοῦ σχήματος), Πλίν. 2. 22.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui porte une épée;
2 ξιφηφόροι ἀγῶνες ESCHL combats à l’épée.
Étymologie: ξίφος, φέρω.