ἁλιαδίτης

From LSJ
Revision as of 06:20, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (2)

Γάμος γὰρ ἀνθρώποισιν εὐκταῖον κακόν → Conubium homini inire votivum est malum → Die Ehe ist den Menschen ein erflehtes Leid

Menander, Monostichoi, 102
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἁλιαδίτης Medium diacritics: ἁλιαδίτης Low diacritics: αλιαδίτης Capitals: ΑΛΙΑΔΙΤΗΣ
Transliteration A: haliadítēs Transliteration B: haliaditēs Transliteration C: aliaditis Beta Code: a(liadi/ths

English (LSJ)

ὁ, title of posting-official,

   A = λραμματηφόρος τοῦ ὀξέως δοόμου, PFlor.39.16 (iv A. D.).

Spanish (DGE)

-ου, ὁ correo fluvial ἁλιαδιτῶν ὑπ[ηρετο] υμένων τῷ δημοσίῳ δρόμῳ PBeatty Panop.2.275 (III d.C.), encargado del servicio urgente ἁ. ἤτοι γραμματηφόρος τοῦ ὀξέως δρόμου Wilcken Chr.405.6, PSI 1108.8, POxy.3623.8 (todos IV d.C.).

Greek Monolingual

ἁλιαδίτης, ο (Α)
γραμματοκομιστής, ταχυδρόμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἁλιάς, η ή ἁλιάδης.