γαπετής
From LSJ
μήτε ἐγρηγορόσιν μήτε εὕδουσι κύρτοις ἀργὸν θήραν διαπονουμένοις → weels that secure a lazy angling for men whether asleep or awake
French (Bailly abrégé)
ής, ές :
tombé à terre.
Étymologie: γῆ, πίπτω.
Spanish (DGE)
-ές
caído en tierra ὀδόντες de los dientes del dragón de Tebas, E.Ph.668.
Greek Monolingual
γαπετής, -ές (δωρ. τ.) (Α)
αυτός που πέφτει ή έχει πέσει στη γη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γη (δωρ. γα) + -πετής < πίπτω.