χαλαστήριο

Revision as of 12:56, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (46)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Greek Monolingual

το / χαλαστήριον, ΝΑ
νεοελλ.
εξάρτημα, αγόμενο για το λύσιμο τών τριγωνικών ιστίων τών ιστιοφόρων, κν. καργέλι
αρχ.
(μόνο στον πληθ.) τὰ χαλαστήρια
σχοινιά με τα οποία κατέβαζαν την καταρρακτή θύρα, τον καταρράκτη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χαλασ- του χαλῶ (πρβλ. χαλαστικός) + επίθημα -τήριον].