Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θύρα

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: θύρα Medium diacritics: θύρα Low diacritics: θύρα Capitals: ΘΥΡΑ
Transliteration A: thýra Transliteration B: thyra Transliteration C: thyra Beta Code: qu/ra

English (LSJ)

[ῠ], Ion. θύρη, ἡ, Ion. gen. pl.

   A θυρέων Archil.127, Hdt.1.9:— door, Il.24.317, etc.: freq. in pl. of double or folding doors, θ. δικλίδες Od.17.267; θ. φαειναί 6.19, al.; θυρῶν ζεῦγος καινῶν IG12.313.123, cf. 4.1488.25(Epid.); ἡ δεξιὰ θ. the right valve, ib.22.1457.16; θ. μονόθυρος ib.1627.418; θύραι λίθιναι (including the framework) ib. 12.372.195; θύραι αὔλειαι, v. αὔλειος; ἡ θ. ἡ εἰς τὸν κῆπον φέρονσα D. 47.53, cf. κηπαῖος 11; rarely for πύλαι, gates, Plu.Cat.Mi.65; of the carceres in the Roman circus, barriers, Tab.Defix.Aud.187.59. —Phrases: προσθεῖναι τὰς θ., προστιθέναι τὴν θ., Hdt.3.78, Lys.1.13; ἐπισπάσαι X.HG6.4.36; κλείειν Aristopho 7, Pl.Prt.314d; ἐφέλκεσθαι Luc.Am.16; τὴν θ. βαλανοῦν, μοχλοῦν, bar the door, Ar. Fr.251, 369; θύραν κόπτειν, πατάσσειν, κρούειν, knock, rap at the door, Id.Nu.132, Ra.38, Pl.Prt.310b; ἀράττειν, ἐπαράξαι, Ar.Ec. 977, Pl.Prt.314d; τὴν θ. ἀνοιγνύναι open it, v. ἀνοίγνυμι; ὦσαι push it open, Lys.1.24; μικρὸν ἐνδοῦναι open it a little, Plu.2.597d; δόμου ἐν πρώτῃσι θύρῃσι στῆναι Od.1.255; ἷζε δ' ἐπὶ… οὐδοῦ ἔντοσθε θυράων 17.339; θυρῶν ἔνδον S.El.78; πρὸ θυρῶν ib.109(anap.); ἐπί or παρὰ Πριάμοιο θύρῃσι at Priam's door, i.e. before his dwelling, Il.2.788, 7.346: metaph., ἐπὶ ταῖς θύραις τῆς Ἑλλάδος εἶναι X. An.6.5.23, cf. D.10.34; τῆς πατρίδος Plu.Sull.29, Arat.37; ἐπὶ θύραις τῆς Πίσης Philostr.VA8.15; πυρετοῦ περὶ θύρας ὄντος being at the door, Plu.2.128f (but χειμῶνος ἐπὶ θύραις ὄντος Phlp.in Mete.130.25).    2 esp. of kings and potentates, οἱ τῶν ἀρίστων Περσῶν παῖδες ἐπὶ ταῖς βασιλέως θύραις παιδεύονται are educated at court, X.An.1.9.3; γυνὴ φοιτῶσα ἐπὶ τὰς θύρας τοῦ βασιλέος, of a petitioner, Hdt.3.119, cf. X.An.2.1.8; αἱ ἐπὶ τὰς θ. φοιτήσεις dangling after the court, Id.HG1.6.7; ἐπὶ ταῖς τῶν πλουσίων θ. διατρίβειν Arist. Rh.1391a12; περὶ θύρας διατρίβειν Id.Pol.1313b7, Theopomp.Hist. 121; applied also to lovers, clients, disciples, etc., ἐπὶ τὴν θύραν (or τὰς θύρας) τινὸς βαδίζειν, ἰέναι, etc., Ar.Pl.1007, Pl.R.364b, cf. Phdr. 233e, etc.; ἐπὶ ταῖσι θύραις ἀεὶ καθῆσθαι Ar.Nu.467: metaph., Μουσῶν ἐπὶ ποιητικὰς θ. ἀφικέσθαι Pl.Phdr.245a.    3 prov., γλώσσῃ θύραι οὐκ ἐπίκεινται Thgn.421; οὐδέποτ' ἴσχει θ., of admirers of the Demos, Eup.265; ἐπὶ θύραις τὴν ὑδρίαν to break the pitcher at the very door, 'there's many a slip 'twixt cup and lip', Arist.Rh. 1363a7; τίς ἂν θύρας ἁμάρτοι; Id.Metaph.993b5; λόγος δικαστηρίου ἢ ἀγορᾶς οὐδὲ θύρας ἰδών D.H.Dem.23; τὸ κατὰ θύραν τερπνόν vulgar pleasures, Eun.VSp.496 B.; παρὰ θύραν πλανᾶσθαι S.E.M.1.43; ἐκ θυρῶν εὐθέως τῆς… ἀκροάσεως at the very beginning, Olymp.in Mete. 2.1.    4 shutter of a window, τὰς θ. τὰς ἐπὶ τῶν θυρίδων IG12(5).872.37 (Tenos), cf. 22.1668.60.    5 pl., door of a chariot, X.Cyr. 6.4.9.    6 pl., axle-trees, Poll.1.146 (v.l. εὑραί).    7 θύρη καταπακτή trap-door, Hdt.5.16.    8 frame of planks, raft, Id.2.96; φραξάμενοι τὴν ἀκρόπολιν θύρῃσί τε καὶ ξύλοισι with hurdles and logs, Id.8.51, cf. Th.6.101.    9 in war, fenced works to obstruct landingparties, in pl., Ph.Bel.94.37, 100.7.    II generally, entrance, as to a grotto, in pl., Od.9.243, al.    2 sluice-gate, PPetr.3p.134: pl., ib.2p.41 (iii B.C.).    III metaph., senses, as the entrances to the soul, τὸ σῶμα πολλαῖς θυρίσι καὶ θύραις ἀνοίγοντες Seren. ap. Stob.3.6.17; ἐγγὺς τοῦ στόματος ἡ καρδία, ἡ δὲ ψυχὴ τῶν θ. Aristaenet.2.7. (I.-E. dhur-, cf. Lat. foras, fores, OE. duru 'door', etc.)

German (Pape)

[Seite 1226] ἡ, ion. θύρη, die Thür, s. Curtius Grundz. d. gr. Et. 2. Aufl. S. 233; bei Hom. von πύλαι unterschieden, s. Lehrs Aristarch. ed. 2 p. 124; θύραι nur in Häusern; sowohl Thüren einzelner Zimmer, als des ganzen Hauses; sing. Iliad. 24, 317. 453 Odyss. 1, 441. 22, 155. 157. 201. 258. 275. 394; meist plur., wobei vielleicht an Flügelthüren zu denken; πυκινὰς δὲ θύρας σταθμοῖσιν ἐπῆρσεν Il. 14, 339; θαλάμοιο θύρας πυκινῶς ἀραρυίας ῥήξας ἐξῆλθον 9, 475; οἰγνύναι, κλείω, ἐπιτιθέναι, s.diese Verba; θύραι δ' εὐερκέες εἰσὶν δικλίδες Od. 17, 267; φαειναί, von polirtem Holz od. mit Metallverzierungen, wie Alkinous hat, 7, 88; ἐπὶ Πριάμοιο θύρῃσιν Iliad. 2, 788, παρὰ Πριάμοιο θύρῃσιν 7, 346, bei Priamus' Thüren, vor seiner Wohnung; Pind. braucht nur den plur.; Soph. πατρῴων πρὸ θυρῶν, Bl. 109, vor des Vaters Hause; gew. auch Eur. im plural., sing. Cycl. 500; θύρας ἄκουσον ἑρκείας κτύπον Aesch. Ch. 549; τὴν θύραν κόπτειν, πατάσσειν u. ä., f. diese Verba; προσθεῖναι τὰς θύρας Her. 3, 78; ἐπἱ θύραις καὶ ἐν ὁδοῖς ὑπαίθροις κοιμώμενος Plat. Conv. 203 d; ἐπὶ τὰς θύρας ἥξουσι Phaedr. 233, öfter; φοίνικος μὲν αἱ θύραι πεποιημέναι Xen. Cyr. 7, 5, 92. – Αἱ βασιλέως θύραι der Hof des Perserkönigs, wie noch heute "die ottomanische Pforte" gesagt wird, παῖδες ἐπὶ ταῖς βασιλέως θύραις παιδεύονται Xen. An. 1, 9, 3, sie werden am Hofe des Königs erzogen, öfter; auch ἦσαν ἐπὶ ταῖς θύραις Τισσαφέρνους, An. 2, 5, 31, ἐφοίτων ἐπὶ τὰς θύρας Κύρου Cyr. 8, 1, 8; αἱ ἐπὶ τὰς θύρας φοιτήσεις, das an den Hof Gehen und seine Aufwartung Machen, Hell. 1, 6, 7 u. Sp. – Vom Kutschenschlage, τὰς θύρας τοῦ ἁρματείου δίφρου Xen. Cyr. fl, 4, 9. – Uebh. Zugang, Eingang, zu einer Felsengrotte Od. 9, 243. 12, 256. 13, 109. 370; ἐπὶ ταῖς θύραις τῆς Ἑλλάδος εἶναι, ganz nahe bei Griechenland, Xen. An. 6, 3, 23; ὃς δ' ἂν ἄνευ μανίας Μουσῶν ἐπὶ ποιητικὰς θύρας ἀφί. κηται, zu den Musen kommen, Plat. Phaedr. 245 a. Sprichwörtlich παρὰ τὴν θύραν εἰσβιάζεσθαι, Luc. Nigr. 31; Ggstz κατὰ θύραν εἰσιέναι, Antiph. Stob. fl. 6, 2. – Bei Her. 2, 96 ist ἐκ μυρίκης πεποιημένη θύρη eine aus Brettern in länglichem Viereck zusammengefügte Tafel; vgl. 8, 51.

Greek (Liddell-Scott)

θύρᾱ: ας ῠ. Ἰων. θύρη, ἡ, Ἰων. γεν. πληθ. θυρέων Ἡρόδ. 1. 9. (Ἐκ τῆς √ΘΥΡ παράγονται ὡσαύτως τὰ θύραζε, -ασι., -ηφι, θυρίς, θυρεός, καὶ ἴσως τὸ θαῖρος, πρβλ. τὸ Σανσκρ, dvâr-am, dvâr· Λατ. for-es, for-as, -is (ἴδε Θ 6, 1, 2)· Γοτθ. daur (θύρα), Ἀρχ. Σκανδ. dyrr, Ἀγγλο-Σαξον. dur-u, Σλαυ. dver-i, Λιθ. dur-ys (fores)· Ἀρχ. Γερμ. tor (thür)). Θύρα εἴτε δωματίου εἴτε οἰκίας. Ὅμ., κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ πληθ., δίφυλλος θύρα, διπλῆ, καὶ ἐν Ὀδ. Ρ. 267 προστίθεται τό: δικλίδες ὅπως ἐκφρασθῇ τοῦτο· φαειναὶ εἶναι συχνὸν τῆς θύρας ἐπίθετον, ὅπερ δυνατὸν νὰ ἀναφέρηται εἰς τὸ ἐστιλβωμένον ξύλον ἢ τὰ ἐκ μετάλλου (οἷον χρυσοῦ) κοσμήματα αὐτῆς, Ὀδ. Η. 88· θύραι αὐλῆς ἢ αὔλειαι, ἴδε ἐν λέξ. αὔλειος, ἕρκειος· θ. ἡ εἰς τὸν κῆπον φέρουσα Δημ. 1155. 13· ἡ κηπαία, ἴδε κηπαῖος ΙΙ· - αἱ θύραι ἰδιωτικῶν οἰκοδομῶν συνήθως ἠνοίγοντο πρὸς τὰ ἔσω, Becker ἐν Χαρικλ. 260, 269, Ε. Τρ. ἴδε ψοφέω ΙΙ· - σπανίως ἐν χρήσει ἀντὶ τοῦ πύλαι, Πλούτ. Κάτωνι Νεωτ. 55· - φράσεις: θύρην, ἐπιτιθέναι, ἀντίθετον τῷ ἀνακλίνειν (ἴδε ἀνακλίνω)· τὴν θ. προστιθέναι, νὰ κλείσῃ τὴν θύραν, Ἡρόδ. 3.78, Λυσ. 92. 42· ἐπισπάσαι Ξεν. Ἑλλ. 6. 4, 36· κλείειν, ἐγκλείειν Ἀριστοφῶν Πειρ. 1, Πλάτ. Πρωτ. 314D· ἐφέλκεσθαι Λουκ., κτλ.· τὴν θ. βαλανοῦν, μοχλοῦν, κλείειν, θέτειν τὸν μοχλόν, «ἀμπαρώνειν», Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 259a, 331· θύραν κόπτειν, πατάσσειν, κρούειν, Λατ. januam pulsare, κτυπῶ, κρούω, Ἀριστοφ. Νεφ. 132, Βατρ. 38, Πλάτ. Πρωτ. 310 Α· ἀράττειν, ἐπαράττειν Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 977, Πλάτ. Πρωτ. 314 D· τὴν θ. ἀνοιγνύναι, ἀνοίγειν, ἴδε ἐν λ. ἀνοίγνυμι· ὠθεῖν Λυσ. 94.7· μικρὸν ἐνδοῦναι, ἀνοῖξαι ὀλίγον, Πλούτ. 2. 597D· - δόμου ἐν πρώτῃσι θυρῇσι στῆναι Ὀδ. Α. 255· ἵζει δ’ ἐπί … οὐδοῦ ἔντοσθε θυράων Ρ. 339· θυρῶν ἔνδον Σοφ. Ἠλ. 78· πρὸ θυρῶν αὐτόθι 1. 09· ἐπὶ ἢ παρὰ Πριάμοιο θύρῃσι, παρὰ τὰς θύρας τοῦ Πριάμου, δηλ. πλησιέστατα εἰς τὴν κατοικίαν του, Ἰλ. Β. 788., Η. 346· μεταφ., ἐπὶ ταῖς θύραις τῆς Ἑλλάδος εἶναι Ξεν. Ἀν. 6. 5. 23, πρβλ. Δημ. 140. 17, Πλούτ. Σύλλ. 29, Ἄρατ. 37· πυρετοῦ περὶ θύρας ὄντος, ἐγγίζοντος, ὁ αὐτ. 2. 128F· πρβλ. Ἰακωψίου Ἀνθ. Π. σ. 549. 2) ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς συνηθείας τοῦ νὰ δίδωνται αἱ αἰτήσεις ἐν τῇ πύλῃ, ἡ φράσις, αἱ τοῦ βασιλέως θύραι, κατήντησε νὰ σημαίνῃ ὅ,τι σήμερον ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, Θεόπομπ. Ἱστ. 135· οἱ τῶν ἀρίστων Περσῶν παῖδες ἐπὶ ταῖς βασιλέως θύραις παιδεύονται, ἐν τοῖς ἀνακτόροις, Ξεν. Ἀν. 1. 9, 3· φοιτέειν ἐπὶ ταῖς θύραις τοῦ βασιλέως, φοιτᾶν εἰς τὰ ἀνάκτορα, Ἡρόδ. 3. 119, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 2. 1, 8 αἱ ἐπὶ τὰς θύρας φοιτήσεις, τὸ συχνάζειν εἰς τὴν Αὐλήν, εἰς τὰ ἀνάκτορα, ὁ αὐτ. ἐν Ἑλ. 1. 6, 7· ἐπὶ ταῖς τῶν πλουσίων θύραις διατρίβειν Ἀριστ. Ρητ. 2, 16, 2· περὶ θύρας διατρίβειν ὁ αὐτ. ἐν Πολιτικ. 5. 11, 6. 3) μεταφ., Μουσῶν ἐπὶ ποιητικὰς θύρας ἀφικέσθαι Πλάτ. Φαίδρ. 245 Α· λέγεται ὡσαύτως ἐπὶ ἐραστῶν, πελατῶν, ἐπαιτῶν, προσέτι καὶ ἐπὶ μαθητῶν φοιτώντων εἰς τὰς κατοικίας διασήμων διδασκάλων, κτλ.· ἐπὶ τὴν θύραν (ἢ τάς θύρας) τινὸς βαδίζειν, ἰέναι, φοιτᾶν κτλ., Ἀριστοφ. Πλ. 1007, Πλάτ. Πολ. 364Β, κτλ.· ἐπὶ ταῖσι θύραις ἀεὶ καθῆσθαι Ἀριστοφ. Νεφ. 467· μεταφ., ἴδε θυραυλέω ΙΙ. 4) παροιμ., γλώσσῃ θύραι οὐκ ἐπίκεινται Θέογνις 421, πρβλ. ἀθυρόστομος· οὐδέποτ’ ἴσχει ἡ θύρα, ἐπὶ περιέργων, Εὔπολ. ἐν «Φιλ.» 9· ἐπὶ θύραις τὴν ὑδρίαν, θραύω τὴν ὑδρίαν κατ’ αὐτὴν τὴν θύραν, φέρω αὐτὴν μέχρι τῆς θύρας, ἀλλὰ δὲν κατορθώνω νὰ τὴν κομίσω σώαν ἐντὸς τῆς οἰκίας, Ἀριστ. Ρητ. 1. 6, 23· τίς ἂν θύρας ἁμάρτοι; ὁ αὐτ. Μετά τά Φυσ. 1 (ἔλαττ.) 1. 2. 5) ἡ θύρα ἁμάξης, Ξεν. Κύρ. 6. 4, 9. 6) θύρη καταπακτή, καταρράκτης, «κλαβανή», Ἡρόδ. 5. 16. 7) κατασκεύασμα ἐκ σανίδων, σχεδία, ὁ αὐτ. 2. 96· ὡσαύτως, φραξάμενοι τὴν ἀκρόπολιν θύρῃσί τε καὶ ξύλοις,· μὲ σανίδας καὶ ξύλα, ὁ αὐτ. 8. οἱ πρβλ. Θουκ. 6. 101· ἐντεῦθεν θυρεός. ΙΙ. καθόλου, εἴσοδος, οἷον εἰς σπήλαιον, Ὀδ. Ι. 243, Μ. 256, Ν. 109, 370, ἐν τῷ πληθ. 2) ἐπὶ τῶν αἰσθητηρίων, ὡς τῶν θυρῶν ἢ εἰσόδων εἰς τὴν ψυχήν, Σερῆνος παρὰ Στοβ. 80. 31, Ἀρισταίν. 2, 7, Φιλόστρ. 946. 3) ἐπὶ τῶν ὀστρακοδέρμων ὧν «τὰ μέν ἐστι δίθυρα τὰ δὲ μονόθυρα· λέγω δὲ δίθυρα τὰ δυσὶν ὀστράκοις περιεχόμενα, μονόθυρα δὲ τὰ ἑνὶ» Ἀριστ. π. τά Ζ. Ἱστ. 4. 4, 3, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. porte, particul.
1 porte de chambre ou de maison ; αἱ θύραι battants d’une porte, porte ; τὴν θύραν ἐπιτιθέναι ou προστιθέναι HDT mettre une porte ; ἐπισπᾶν XÉN tirer la porte ; ἐγκλείειν PLAT fermer la porte ; μικρὸν ἐνδοῦναι PLUT entrouvrir la porte ; ἐν θύρῃσι στῆναι OD se tenir à la porte ; ἔντοσθε θυράων OD en dedans de la porte (sur le seuil) ; θυρῶν ἔνδον SOPH à l’intérieur de la maison ; ἐπὶ ταῖς θύραις τινὸς βαδίζειν, ἰέναι, φοιτᾶν venir sans cesse à la porte de qqn, fréquenter sa maison ; ἐπὶ ταῖς θύραις τῆς Ἑλλάδος εἶναι XÉN être aux portes, càd dans le voisinage de la Grèce ; περὶ θύρας εἶναι PLUT rôder aux portes;
2 rar. porte de ville (d’ord. πύλαι);
3 au plur. αἱ τοῦ βασιλέως θύραι porte du palais des rois de Perse, d’où ce palais même (cf. la Sublime Porte) ; abs. ἐπὶ τὰς θύρας (φοιτᾶν) XÉN fréquenter la cour;
II. p. anal. 1 portière de voiture;
2 entrée d’une grotte;
3 θύρη καταπακτή trappe;
4 planche ; assemblage de planches, particul. radeau ; αἱ θύραι palissade.
Étymologie: cf. lat. fores.

English (Slater)

θῠρα pl.,
   1 door ἔσταν δἐπ' αὐλείαις θύραις ἀνδρὸς φιλοξείνου καλὰ μελπόμενος (N. 1.19) τὰν νεοκτίσταν ἐς Αἴτναν, ἔνθ' ἀναπεπταμέναι ξείνων νενίκανται θύραι, ὄλβιον ἐς Χρομίου δῶμ (N. 9.2) ]διὰ θυρᾶν ἐπειδ[ (Pae. 20.7)

Spanish

puerta

English (Strong)

apparently a primary word (compare "door"); a portal or entrance (the opening or the closure, literally or figuratively): door, gate.

English (Thayer)

θύρας, ἡ (from θύω to rush in, properly, that through which a rush is made; hence, German Thür (English door; Curtius, § 319)) (from Homer down), the Sept. for דֶּלֶת and פֶּתַח, sometimes also for שַׁעַר; a (house) door; (in plural equivalent to Latin fores, folding doors; cf. Winer s Grammar, 176 (166); Buttmann, 24 (21); cf. πύλη);
a. properly: κλείειν, etc. τήν θύραν, ἀνοίγειν, κρούειν, διά τῆς θυρης, πρός τήν θύραν, Tr WH omit τήν; cf. Winer's Grammar, 123 (116)); τά πρός τήν θύραν the vestibule (so Buttmann, § 125,9; others the space or parts at (near) the door), πρός τῇ θύρα ἐπί τῇ θύρα, πρό τῆς θύρας, ἐπί τῶν θυρῶν, R G πρό).
b. θύρα is used of any opening like a door, an entrance, way or passage into: ἡ θύρα τοῦ μνημείου, of the tomb, R G; Homer, Odyssey 9,243; 12,256; others).
c. in parable and metaphorically, we find α. ἡ θύρα τῶν προβάτων, the door through which the sheep go out and in, the name of him who brings salvation to those who follow his guidance, Ignatius ad Philad. 9 [ET] Christ is called ἡ θύρα τοῦ πατρός, δἰ ἧς ἐισερχονται Ἀβραάμ ... καί οἱ προφῆται; cf. Harnack on Clement of Rome, 1 Corinthians 48,3 f [ET]). β. 'an open door' is used of the opportunity of doing something: τῆς πίστεως, of getting faith, θύρα μεγάλη καί ἐνεργής (A. V. a great door and effectual) is used of a large opportunity of teaching a great multitude the way of salvation, and one encouraging the hope of the most successful results: γ. the door of the kingdom of heaven (likened to a palace) denotes the conditions which must be complied with in order to be received into the kingdom of God: πύλης); power of entering, access into, God's eternal kingdom, δ. he whose advent is just at hand is said ἐπί θύραις εἶναι, πρό θυρῶν ἑστηκεναι, ε. ἑστηκώς ἐπί τήν θύραν καί κρούων is said of Christ seeking entrance into souls, and they who comply with his entreaty are said ἀνοίγειν τήν θύραν, Revelation 3:20.

Greek Monolingual

η (ΑΜ θύρα, Α και ιων. τ. θύρη)
1. άνοιγμα με το οποίο κάποιος επικοινωνεί με έναν κλειστό ή χωρισμένο χώρο, η είσοδοςθύρα δωματίου»)
2. φράγμα ξύλινο ή μετάλλινο, μονόφυλλο ή δίφυλλο, που μετακινείται με στρόφιγγες και με το οποίο ανοίγεται ή κλείνεται ένα άνοιγμα, η πόρτα
3. φρ. α) «ἐπὶ θύραις» — λέγεται για καθετί που καταφθάνει ή βρίσκεται ήδη πολύ κοντά
β) «κεκλεισμένων τών θυρών» — λέγεται για μυστική συνεδρίαση, ιδίως δικαστηρίου, κατά την οποία δεν επιτρέπεται να παρίσταται ακροατήριο
νεοελλ.
1. μτφ. κάθε άνοιγμα από το οποίο μπορεί να μπει ή να βγει κάτι, π.χ. το στόμα
2. φρ. «πολιτική ή διπλωματία ανοικτών θυρών» α. πολιτική ή διπλωματία που επιδιώκει τον ελεύθερο εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ τών διαφόρων κρατών
β. πολιτική ή διπλωματία που αποσκοπεί στην ανάπτυξη σχέσεων με όλους σε κάθε τομέα
3. παροιμ. «θέλεις νά 'σαι ήσυχος; βάλε τ' αβγό στη θύρα» — αν θέλεις να είσαι ήσυχος, βάλε φραγμό στο στόμα σου
μσν.
1. συνοριακή περιοχή, σύνορα
αρχ.
1. μτφ. διάβαση, πέρασμα
2. κατασκεύασμα από σανίδες, σανίδωμα, σχεδία
3. στον πληθ. αἱ θύραι
α) τα ανάκτορα, η αυλή
β) κατοικία, εντευκτήριο
4. φρ. α) «πρὸ θυρῶν» ή «ἐπὶ θύραις» — μπροστά στο σπίτι
β) «παρά θύραις» — πολύ κοντά στο σπίτι
γ) «θύραν προστιθέναι» — κλείνω την πόρτα
δ) «τήν θύραν βαλανοῡν, μοχλοῡν» — αμπαρώνει την πόρτα
ε) μτφ. «ὃς δ' ἂν... ἐπὶ ποιητικὰς θύρας ἀφίκηται»
i. όποιος φθάσει στις πύλες της ποιήσεως, Πλάτ.
ii. επίσης λέγεται για εραστές, πελάτες, επαίτες ή μαθητές που συχνάζουν στις οικίες διάσημων δασκάλων
στ) «θύρη καταπακτή» — γκλαβανή, καταπακτή
ζ) «ἐπὶ θύραις τὴν ὑδρίαν» — σπάζω την υδρία μπροστά στην πόρτα, φέρνω την υδρία μέχρι την πόρτα, αλλά δεν κατορθώνω να τή βάλω σώα μέσα στο σπίτι
η) «αἱ ἐπὶ τὰς θύρας φοιτήσεις» — η συχνή παρουσία στα ανάκτορα
5. παροιμ. α) «γλώσση θύραι οὐκ ἐπίκεινται» — λέγεται για αθυρόστομους
β) «οὐδέποτ' ἴσχει ἡ θύρα» — λέγεται για περίεργους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα dhwerθύρα». Η μηδενισμένη της βαθμίδα dhur- εμφανίζεται στους αθέματους τ. θύρ-δα, θύσ-θεν (< θύρ-σθεν) στο αρχ. άνω γερμ. turi «θύρες», στα λιθ. dur-is «(τις) θύρες», duru «θυρών» και στο αρχ. ινδ. dur-ah «(τις) θύρες», αλλά και σε αρκετούς θεματικούς τ. όπως στο ίδιο το αρχ. ελλ. θύρα, στο γοτθ. daur «πύλη», το αρμ. dr-a-c «θυρσί» κ.ά. Εκ παραλλήλου με τους τ. αυτούς που προέρχονται όλοι από τη μηδενισμένη βαθμίδα (dhur-) της ρίζας μαρτυρούνται και άλλοι που προέρχονται από την απαθή βαθμίδα dhwer-, όπως το αρχ. ινδ. dhvār-ah «(τις) θύρες» ή την ετεροιωμένη βαθμίδα dhwor-, όπως τα λατ. fores «πύλες», ενώ το αρχ. ελλ. θαιρός, αν όντως συνδέεται με το θύρα (< θFαρ-ιος), ανάγεται σε συνεσταλμένη βαθμίδα dhwŗ-. Στη Νέα Ελληνική το όνομα θύρα, χωρίς να πάψει να είναι ζωντανό, έχει αντικατασταθεί από το λατ. προελεύσεως πόρτα. Χρησιμοποιούνται όμως πολλά συνθ. και παράγωγα της.
ΠΑΡ. θύραθεν, θυρεός, θυρίδα
αρχ.
θύραζε, θύραθι, θύρασι(ν), θύρδα, θύρετρον, θυρηφι(ν) θυριώτης, θυρώ, θυρών, θύσθεν
(αρχ.-μσν) θυραίος, θύριον
(μσν-νεοελλ.) θυρίδιο(ν).
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) θυροειδής, θυρωρείο(ν), θυρωρός
αρχ.
θυραβάθρα, θυραμάχος, θυρανοίκτης, θυραυλία, θυραυλικός, θύραυλος, θυραυλώ, θυροκιγκλίδες, θυροκοπία, θυροκοπικός, θυροκόπος, θυροκοπώ, θυροκροτώ, θυροκρούστης, θυροκρουσία, θυροπηγία, θυροποιός, θυροφύλαξ, θυρωρώ, θυρωτός
μσν.) θυρανοίξια, θυροπόρτιν
νεοελλ.
θυροδέρνω, θυρόπλοιο, θυρόφυλλο. (Β' συνθετικό) άθυρος, αμφίθυρος, αντίθυρος, δίθυρος, μονόθυρος, παράθυρο(ς), πολύθυρος, υπέρθυρο(ς)
αρχ.
αγχίθυρος, κρουσίθηρος ψευδοδίθυρος].

Greek Monotonic

θύρα: [ῠ], Ιων. θύρη, ἡ, Ιων. γεν. πληθ. θυρέων·
I. 1. πόρτα, σε Όμηρ., κυρίως στον πληθ. διπλές ή αναδιπλούμενες (δίφυλλες) πόρτες, ολοκληρωμένη έκφραση, δικλίδες θύραι, σε Ομήρ. Οδ.· θύρην ἐπιτιθέναι, βάζω στην πόρτα, αντίθ. προς το ἀνακλίνειν, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως, τὴν θύραν προστιθέναι, σε Ηρόδ.· ἐπισπάσαι, σε Ξεν.· θύραν κόπτειν, πατάσσειν, κρούειν, Λατ. januam pulsare, χτυπώ, κρούω την πόρτα, σε Αριστοφ., Πλάτ.· μεταφ., ἐπὶ ταῖς θύραις, στην πόρτα, δηλ. κοντά, εδώ δίπλα, σε Ξεν.
2. από το Ανατολικό έθιμο της παραλαβής αιτήσεων στην πύλη, το αἱτοῦ βασιλέως θύραι έγινε έκφραση, βασιλέως θύραις παιδεύονται, εκπαιδεύονται στα ανάκτορα, στον ίδ. αἱ ἐπὶ τὰς θύρας φοιτήσεις, σύχναζαν στα ανάκτορα, στο ίδ.
3. παροιμ., γλώσσῃ θύραι οὐκ ἐπίκεινται (πρβλ. ἀθυρότομος), σε Θεόγν.· ἐπὶ θύραις τὴν ὑδρίαν, σπάζω το λαγήνι στην πόρτα = τον κουβαλώ ως την πόρτα αλλά δεν κατορθώνω να τον φέρω σώο μέσα στο σπίτι, «έφτασε στην πηγή αλλά δεν ήπιε νερό», σε Αριστ.
4. θύρα άμαξας, σε Ξεν. 5. α) θύρη καταπακτή, πόρτα καταπακτής, σε Ηρόδ. β) κατασκεύασμα από σανίδες, φραξάμενοι τὴν ἀκρόπολιν θύρῃσί τε καὶ ξύλοις, με σανίδες και ξύλα, στον ίδ.
II. γενικά, είσοδος, όπως σε σπήλαιο, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

θύρα: ион. θύρη (ῠ) ἡ (дор. acc. pl. θύρᾰς, эол. acc. pl. θύραις)
1) дверь, калитка, pl. двустворчатая дверь или ворота (εἰσέρχεσθαι διὰ τῆς θύρας NT): αὔλειαι θύραι Hom., αὔλειος θ. Plat., αὐλεία θ. Arph., θΰραι αὐλῆς и θ. ἑρκεία Aesch. ведущие во двор дверь, калитка или ворота; θ. ἡ εἰς τὸν κῆπον φέρουσα Dem. дверь или калитка, ведущая в сад; θ. καταπακτή Her. опускная дверь; ἔντοσθε θυράων Hom. в дверях, на пороге; ἐν δόμου πρώτῃσι θύρῃσι στῆναι Hom. стоять в преддверии, у дверей, на самом пороге дома; ἐπὶ или παρὰ θύρῃσι Hom. перед дверью, у ворот, перед домом; πρὸ πατρῴων θυρῶν Soph. у ворот отчего дома; ἐπὶ ταῖς βασιλέως θύραις Xen. у ворот царского дворца (см. тж. 2); ἐπὶ θύραιι; τῆς Ἑλλάδος Xen. у ворот (т. е. на границе) Эллады; τὴν θύραν ἐπιτιθέναι Her., προστιθέναι и ἐγκλείειν Plat., Lys. запирать дверь; τὴν θύραν ἐπισπᾶν Xen. держать дверь притворенной; τὴν θύραν βαλανοῦν или μοχλοῦν Arph. запирать дверь на засов; τὴν θύραν ἀράττειν, πατάσσειν или κόπτειν Arph. и κρούειν Plat. стучать(ся) в дверь; τὴν θύραν μικρὸν ἐνδοῦναι Plut. немного приоткрыть дверь; ἐπὶ ταῖς θύραις τινὸς ἰέναι Plat., φοιτέειν Her., φοιτᾶν, βαδίζειν Arph. ходить (преимущ. как проситель) к чьим-л. дверям, постоянно посещать кого-л., часто бывать у кого-л.; ἐπὶ θύραις τινὸς καθῆσθαι Arph. не отходить от чьих-л. дверей, обивать чьи-л. пороги; Μουσῶν ἐπὶ θύρας ἀφικνεῖσθαι Plat. приближаться к вратам Муз, т. е. посвящать себя поэзии; παρὰ θύραν εἰοβιάζεσθαι погов. Luc. врываться мимо двери, т. е. действовать противоестественным образом; παρὰ θύραν πλανᾶσθαι погов. Sext. блуждать у дверей, т. е. бродить вокруг да около, быть в нерешительности; περὶ θύρας εἶναι Plat. быть за дверью, стоять у порога, угрожать (об опасности); ἐπὶ θύραις τὴν ὑδρίαν погов. Arst. (разбить) кувшин у (самых) дверей, т. е. споткнуться у самой цели; τίς ἂν θύρας ἁμάρτοι; погов. Arst. кто же не попадет в ворота (из лука)? (об общедоступных вещах);
2) (в восточных странах) царский дворец, двор: ἐπὶ τὰς βασιλέως θύρας Xen. при царском дворе;
3) редко (= αἱ πύλαι) городские ворота Plut.;
4) pl. дверца (τοῦ ἁρματείου δίφρου Xen.);
5) pl. вход (в пещеру): πέτρην ἐπέθηκε θύρῃσιν Hom. (Полифем) поставил камень у входа (в пещеру);
6) плот, палуба, досчатый щит: ἐκ μυρίκης πεποιημένη θ. Her. плот, сколоченный из тамарисковых досок; θύρας ἐπιθέντες καὶ ἐπ᾽ αὐτῶν διαβαδίσαντες Thuc. проложив (через болото) деревянные щиты и перейдя по ним;
7) pl. досчатый забор: θύρῃσιν ἀμύνειν τοὺς ἐπιόντας Her. заграждениями отражать нападающих.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: door, doorleaf, mostly in plur. gate (Il.; cf. Schwyzer-Debrunner 44).
Other forms: Ion. θύρη
Dialectal forms: Myc. opiturajo \/opithuraioi\/ door-keeper
Compounds: Several compp., e. g. θυρα-ωρός (Χ 69), θυρ-ωρός, -ουρός (Sapph.) doorwaiter (cf. on ὁράω and Schwyzer 438), as 2. member with thematic anlargement, e. g. πρό-θυρ-ον place before the gatee, forecourt (Il.).
Derivatives: Diminut.: θύριον (Att.) and θυρίδιον (Gp.), θυρίς f. window(opening) (IA) with θυριδεύς window-frame (Delos IIIa; cf. the names in -εύς in Chantraine Formation 128), θυριδόω provide with a window (pap.) with θυριδωτός (inscr.). Further θυρεός m. door-stone (ι 240, 313), name of a long shield = Lat. scutum (hell.; on the formation Chantraine 51; also Schwyzer 468 and Hermann Sprachwiss. Komm. zu ι 240, but hardly with Bechtel Vocalcontr. 154 from the consonantstem in θύρ-δα) with θυρεόω cover with a shield (Aq.); θύρετρα pl. door(-casing) (ep.; Schwyzer 532, Chantraine 332) with θυρετρικός (Chios); θύρωμα, often in plur. -ώματα doorway (IA; not with Schwyzer 523 from θυρόω, cf. Chantraine 187); θυρών, -ῶνος m. hall, antechamber (S.). Adj. θυραῖος, Aeol. θύραος belonging to the door, standing before the door, outside, foreign (trag., hell.). Denomin. verb θυρόω provide with doors (Att.) wiht θύρωσις (Epid.), θυρωτός (Babr.). θυραυλέω sleep before the door from a compound with αὐλή. *θυράγματα ἀφοδεύματα H. (in wrong position), as from θυράζω.
Origin: IE [Indo-European] [278] *dʰuer- door
Etymology: From θύρ-δα ἔξω. Ἀρκάδες H. and θύσθεν for *θύρ-σθεν = θύρα-θεν (Tegea; on the formation Schwyzer 628), perhaps also from θύραζε out (of the door) (if for *θύρας δε; Schwyzer 625 w. n. 1) one reconstructs a consonant-stem, IE *dhur-, which is often attested in other languages : Germ., e. g. OHG turi = Tür (prop. plur.), from IE *dhúr-es; Balt., e. g. Lith. acc. pl. dur-ìs, gen. dùr-ų̃, Skt. acc. pl. dúr-aḥ (IE *dhúr-n̥s; on the anlaut. d- for dh- cf. Mayrhofer KEWA 2, 83). The consonant -stem is often replaced by innovations, notably by an i-stem in Lith. nom. pl. dùr-y-s, gen. dùr-i-ų, by an o-stem in Goth. daúr n. = NHG Tor etc., by an n-stem in Arm. dur-n, by an ā-stem as in θύραι, also in Arm. gen. dat. abl. pl. dr-a-c̣, instr. dr-a-w-k. - Beside zero-grade *dhur- full-grade *dhu̯er-, *dhu̯or-, e. g. Skt. nom. pl. dvā́r-aḥ, acc. dúr-aḥ (s. above), which were often generalized as in Lat. for-ēs, Toch. B twere; with enlargements, e. g. Skt. dvā́r-a-m , OCS dvor-ъ court, Lat. for-īs outside, for-ās (towards) outside. A zero grade *dhu̯r̥- has been supposed in θαιρός pivot of a door, but is doubtful (s. v.). - The thematic enlargement of πρό-θυρ-ον also e. g. in Skt. śatá-dur-a- with hundred doors (Sommer Nominalkomp. 131). - Details in Pok. 278f., W.-Hofmann s. foris, Ernout-Meillet s. forēs, Mayrhofer Wb. 2, 83f., Fraenkel Lit. et. Wb. s. dùrys, Vasmer Russ. et. Wb. s. dverь. Cf. Benveniste, Institutions I 311ff.

Middle Liddell


I. a door, Hom., mostly in pl. double or folding doors, in full δικλίδες θύραι Od.: θύρην ἐπιτιθέναι, to put to the door, opp. to ἀνακλίνειν, Il.; so, τὴν θ. προστιθέναι Hdt.; ἐπισπάσαι Xen.; θύραν κόπτειν, πατάσσειν, κρούειν, Lat. januam pulsare, to knock, rap at the door, Ar., Plat.; metaph., ἐπὶ ταῖς θύραις at the door, i. e. close at hand, Xen.
2. from the Eastern custom of receiving petitions at the gate αἱ τοῦ βασιλέως θύραι became a phrase, βασιλέως θύραις παιδεύονται are educated at court, Xen.; αἱ ἐπὶ τὰς θύρας φοιτήσεις dangling after the court, Xen.
3. proverb., γλώσσῃ θύραι οὐκ ἐπίκεινται (cf. ἀθυρόστομοσ) Theogn.; ἐπὶ θύραις τὴν ὑδρίαν to break the pitcher at the very door, = "there's many a slip 'twixt cup and lip," Arist.
4. the door of a carriage, Xen.
5. θύρη καταπακτή a trap-door, Hdt.
6. a frame of planks, a raft, φραξάμενοι τὴν ἀκρόπολιν θύρῃσί τε καὶ ξύλοις with planks and logs, Hdt.
II. generally, an entrance, as to a grotto, Od.

Frisk Etymology German

θύρα: {thúra}
Forms: ion. θύρη
Grammar: f.
Meaning: Tür, Torflügel, meist im Plur. ‘Tür(e), Tor’ (seit Il.; vgl. Schwyzer-Debrunner 44).
Composita : Mehrere Kompp., z. B. θυραωρός (Χ 69), θυρωρός, -ουρός (Sapph. usw.) Türhüter (vgl. zu ὁράω und Schwyzer 438), als Hinterglied mit thematischer Erweiterung, z. B. πρόθυρον Platz vor dem Tore, Torweg, Vorhof (seit Il.).
Derivative: Zahlreiche Ableitungen. Deminutiva: θύριον (att. usw.) und θυρίδιον (Gp.), θυρίς f. ‘Fenster(öffnung)’ (ion. att.) mit θυριδεύς Fensterrahmen (Delos IIIa; vgl. die Gerätenamen auf -εύς bei Chantraine Formation 128), θυριδόω mit Fenster versehen (Pap.) mit θυριδωτός (Inschr. u. a.). Ferner θυρεός m. Türstein (ι 240, 313), Ben. eines länglichen Schildes = lat. scutum (hell. u. spät; zur Bildung Chantraine 51; auch Schwyzer 468 und Hermann Sprachwiss. Komm. zu ι 240, aber schwerlich mit Bechtel Vocalcontr. 154 vom Konsonantstamm in θύρδα) mit θυρεόω mit einem Schild bedecken (Aq.); θύρετρα pl. Türfutter, Tür (ep. poet., hell.; Schwyzer 532, Chantraine 332) mit θυρετρικός (Chios); θύρωμα, oft im Plur. -ώματα Türwerk, Türgerüst (ion. att.; nicht mit Schwyzer 523 von θυρόω, vgl. Chantraine 187); θυρών, -ῶνος m. Vorhalle (S., hell. u. spät). Adj. θυραῖος, äol. θύραος zur Tür gehörig, vor der Tür stehend, draußen befindlich, fremd (Trag., hell. u. spät). Denominatives Verb θυρόω mit Türen versehen (att. usw.) mit θύρωσις (Epid.), θυρωτός (Babr. u. a.). — Unsicher θυράγματα· ἀφοδεύματα H. (an unrichtiger Stelle), wie von *θυράζω.
Etymology : Aus θύρδα· ἔξω. Ἀρκάδες H. und θύσθεν für *θύρσθεν = θύραθεν (Tegea; zur Bildung Schwyzer 628), vielleicht auch aus θύραζε ‘(zur Tür) hinaus’ (wenn für *θύρας δε; Schwyzer 625 m. A. 1) läßt sich ein alter Konsonantstamm, idg. *dhur-, erschließen, der in anderen Sprachen mehrfach belegt ist: germ., z. B. ahd. turi = Tür (eig. Plur.), aus idg. *dhúr-es; balt., z. B. lit. Akk. pl. dur-ìs, Gen. dùr-ų̃, aind. Akk. pl. dúr-aḥ (idg. *dhúr-n̥s; zum anlaut. d- für dh- s. die Erklärungsversuche bei Mayrhofer 2, 83 m. Lit.). Der Konsonantstamm ist oft von Neubildungen verdrängt oder ersetzt worden: von einem i-Stamm in lit. Nom. pl. dùr-y-s, Gen. dùr-i-ų̄, von einem o-Stamm (germ. ă-Stamm) in got. daúr n. = nhd. Tor usw. (urg. *dur-a-), von einem n-Stamm in arm. duṙ-n, von einem ā-Stamm wie in θύραι auch in arm. Gen. Dat. Abl. pl. dr-a-, Instr. dr-a-w-k‘. — Neben dem schwundstufigen *dhur- standen hochstufige *dhu̯er-, *dhu̯or-, die ursprünglich im Paradigma damit wechselten, z. B. aind. Nom. pl. dvā́r-aḥ, Akk. dúr-aḥ (vgl. oben), aber oft verallgemeinert worden sind wie in lat. for-ēs, toch. B twere. Auch die hochstufigen Formen zeigen selbstverständlich Erweiterungen auf, z. B. aind. dvā́r-a-m Tür, aksl. dvor-ъ Hof, lat. for-īs draußen, for-ās hinaus. Eine Schwundstufe *dhu̯r̥- (in aksl. dvьr-i Tür; pl.) ist mit sehr zweifelhaftem Recht in θαιρός Türangel vermutet worden (s. ebd.). — Die thematische Erweiterung des Hinterglieds in πρόθυρον u. a. erscheint noch z. B. in aind. śatá-dur-a- mit hundert Türen versehen (vgl. Sommer Nominalkomp. 131); zu θύριον stimmt formell das davon unabhängig gebildete aind. dúriyaḥ zur Tür gehörig. — Weitere Einzelheiten aus den verschiedenen Einzelsprachen mit reicher Lit. bei WP. 1, 870f., Pok. 278f., W.-Hofmann s. foris, Ernout-Meillet s. forēs, Mayrhofer Wb. 2, 83f., Fraenkel Lit. et. Wb. s. dùrys, Vasmer Russ. et. Wb. s. dverь.
Page 1,695-696

Chinese

原文音譯:qÚra 替拉
詞類次數:名詞(39)
原文字根:門 相當於: (דַּל‎ / דָּלָה‎ / דֶּלֶת‎) (שַׁעַר‎)
字義溯源:大門*,門口,門,入口。這字意為:門,門口,或墳墓的入口。在隱喻上有好些美妙的描寫:正在門口了,意即近在眼前( 太24:33)。主耶穌說,我就是門,從我進來的,必然得救( 約10:9)
同源字:1) (θύρα)大門 2) (θυρεός)盾牌 3) (θυρίς)透光孔 4) (θυρωρός)看門的。
同義字:1) (θύρα)大門 2) (προαύλιον)前院 3) (πύλη)大門 4) (πυλών)建築物大門口
出現次數:總共(39);太(4);可(6);路(4);約(7);徒(10);林前(1);林後(1);西(1);雅(1);啓(4)
譯字彙編
1) 門(32) 太6:6; 太25:10; 可1:33; 可2:2; 可11:4; 可15:46; 可16:3; 路11:7; 路13:24; 路13:25; 路13:25; 約10:1; 約10:2; 約10:7; 約10:9; 約18:16; 約20:19; 約20:26; 徒5:19; 徒5:23; 徒12:6; 徒12:13; 徒14:27; 徒16:26; 徒16:27; 徒21:30; 林前16:9; 林後2:12; 西4:3; 雅5:9; 啓3:20; 啓3:20;
2) 門口(5) 太24:33; 太27:60; 可13:29; 徒3:2; 徒5:9;
3) 一個⋯門(1) 啓3:8;
4) 一個門(1) 啓4:1