Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξάρτημα

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

το (Α ἐξάρτημα) εξαρτώ
νεοελλ.
1. καθένα από τα μέρη που αποτελούν ένα μηχανικό σύνολοεξάρτημα μηχανής, αυτοκινήτου» κ.λπ.)
2. άνθρωπος που εξαρτάται οικονομικά, πνευματικά κ.λπ. από άλλον και ως αντάλλαγμα υποστηρίζει τα συμφέροντα και τις αξιώσεις του
3. (γυναικολ.) «εξαρτήματα της μήτρας» — ονομασία τών σαλπίγγων και τών ωοθηκών
αρχ.
1. αυτό που είναι κρεμασμένο, που κρέμεται από κάπου
2. βάρος, βαρύ σώμα κρεμασμένο από κάπου
3. φυλαχτό.