συμπροσμείγνυμι
From LSJ
συμπεφύκασι γὰρ αἱ ἀρεταὶ τῷ ζῆν ἡδέως (Epicurus' Letter to Menoeceus via Diogenes Laertius 10.132.10) → The virtues are part and parcel of the stress-free life
English (LSJ)
intr.,
A to be in company with, συμπροσέμειξα τῷ ἀνδρί Pl.Tht.183e.
Greek Monolingual
Α
συναναστρέφομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + προσμ(ε)ίγνυμι «συναναστρέφομαι»].
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
συμ-προσμείγνυμι [σύν, προσμείγνυμι] in contact komen met, omgaan met met dat.