αναγκαιότητα

From LSJ
Revision as of 06:52, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (3)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Οὐκ ἔστιν αἰσχρὸν ἀγνοοῦντα μανθάνειν → Non est inhonestum ea, quae nescis, discere → nicht schändlich ist's, dass einer lernt, was er nicht weiß

Menander, Monostichoi, 405

Greek Monolingual

η (Α ἀναγκαιότης) ἀναγκαῑος
αυτό που επιβάλλεται από την ανάγκη, δέσμευση από κάτι, αδυναμία αλλαγής ή διαφυγής
αρχ.
δεσμός αίματος, συγγένεια.