Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεσμός

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: δεσμός Medium diacritics: δεσμός Low diacritics: δεσμός Capitals: ΔΕΣΜΟΣ
Transliteration A: desmós Transliteration B: desmos Transliteration C: desmos Beta Code: desmo/s

English (LSJ)

ὁ, pl.

   A δεσμά h.Merc.157, al., Thgn.459, Hdt.6.91, and so mostly in Trag., A.Pr.513, etc., and Pl.Euthphr.9a; but δεσμοί A.Pr. 525, E.Ba.518,634, usu. in Pl., as Lg.793b, al.: both forms in Att. Inscrr., δεσμοί IG2.678B48, δεσμά ib.791.31, the latter preferred by Thom. Mag.p.79R. (sg. δεσμόν SIG246 ii 36 (Delph.), Att. acc. to Hsch.): (δέω A):—band, bond, anything for tying and fastening, as halter, Il.6.507; mooring-cable, Od.13.100, etc.; door-latch, 21.241; yoke-strap, X.An.3.5.10: metaph., any bond of union or connection, Pl.Ti.31c, etc.; of the vowels, Id.Sph.253a; δεσμοὶ πολιτείας, of the laws, Id.Lg.793b; εἰς τὰ δεσμοῦ for binding material, PTeb.120.70 (i B. C.).    2 in pl. (never δεσμά in this sense), bonds, chains, ἐκ δεσμῶν λυθῆναι A.Pr.509, 770; πρὶν ἂν ἐξ ἀγρίων δ. χαλάσῃ ib.177; ἐν δεσμοῖσι S.Fr.63; εἰς δεσμοὺς ἄγειν E.Ba.518; δεσμοῖς Th.7.82; ὁ ἐπὶ τῶν δ., = δεσμοφύλαξ, Luc. Tox.29: in sg., collectively, bonds, imprisonment, δ. ἀχλυόεις Epigr. ap. Hdt.5.77 ( = IG12.394); οὐδὲν ἄξιον δεσμοῦ Hdt.3.145; ἐν. δ. S.Ant.958; ἐν δημοσίῳ δ. δεθείς Pl.Lg.864e; ἔδησεν ἑαυτὸν τιμησάμενος δεσμοῦ Lys.6.21: metaph. of moral bondage, Porph.Abst.1.38, al.    3 ligature, Arist.HA 495b13, al.    4 δ. ἄρθρου in Hp.Fract.37 is expld. by Gal. adloc. as ankylosis.    5 spell, charm, Iamb.Myst.3.27.    II = δέσμη, Pap. in Philol.80.341, Poll.2.135, Eust.862.27; ἀσπαράγου δ. BGU1120.14 (i B. C.); δ. ἀργυρίου LXX Ge.42.27; cf. δέσις 111.

German (Pape)

[Seite 550] ὁ (δέω), alles zum Binden Dienende, Band, Strick, Tau, Riemen, Fessel u. s. w.; vgl. δέσμα. Bei Homer häufig: Ankertau, Odyss. 13, 100; Fessel, Iliad. 5, 391; Schiffstaue als Fesseln des Odysseus Odyss. 12, 54. 164. 196; Fesseln des Ares und der Aphrodite von Metall Odyss. 8, 274; Halfter, Iliad. 6, 507; Knoten, Odyss. 8, 447; Nägel oder Nieten zur Befestigung von Henkeln, Iliad. 18, 379, vgl. Scholl. und Apollon. Lex. Homer. 57, 31; THÜRRIEMEN, Odyss. 21, 241. Den Dual hat Homer nicht; der Plural τὰ δεσμά kommt in der Ilias und Ooyssee auch nicht vor, sondern erst in den Homerischen Hymuen, h. Apoll. 129, h. Mercur. 157. 409, h. 6, 13; den Plural οἱ δεσμοί, τοὺς δεσμούς, δεσμῶν, δεσμοῖσι u. δεσμοῖς, gebraucht Homer vermischt mit dem Singular, δεσμός, δεσμοῖο, δεσμῷ, δεσμόν, ohne die Numeri der Bedeutung nach wesentlich zu unterscheiden; vgl. z. B. Odyss. 8, 296 ἀμφὶ δὲ δεσμοὶ τεχνήεντες ἔχυντο mit vs. 317 ἀλλά σφωε δόλος καὶ δεσμὸς ἐρύξει; interessant vs. 359, ἃς εἰπὼν δεσμὸν ἀνίει μένος Ἡφαίστοιο, var. lect. δεσμῶν; auf diese Stelle bezieht sich wohl in einem Schol. O zu vs. 355 die Noeiz Αρίσταρχος δὲ δε σμ ό ν γράφει, ein von seinem Platze verschlagenes Bruchstück aus Didymus. – Prosa, Plat. Crat. 402 a u. öfter; δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί Prot. 322 c; = Ge fängniß, οὐδὲν ἄξιον δεσμοῦ Her. 3, 145; ἐν δημοσίῳ δεσμῷ δεθείς Plat. Legg. IX, 864 e; plur., ἐν τοῖς δεσμοῖς δήσας Crat. 404 a; πληγαὶ καὶ δεσμοί Legg. VI, 764 b; δεσμοῖς χρονίοις καὶ ἐμφανέσι κολάζειν IX, 855 b; vgl. Thuc. 7, 82; δεσμὸς καὶ δουλεία Xen. Cyr. 3, 1, 24; δεσμὸν καταγιγνώσκειν, Gefängnißstrafe zuerkennen, Dem. 24, 152; ὁ ἐπὶ τῶν δεσμῶν, der Gefängnißwärter, Luc. Tox. 29. – pheaetet. Schol. 1 (VI, 27) ἄγκυραν ἐχενηίδα, δεσμὸν ἀέλλῆς. – Der plur. δεσμά Aesch. Prom. 52 u. öfter; Theocr. 30, 24, 41; seltener in Prosa, Plat. Euth. 9 a; doch gew. bei Sp., wie Luc. Tox. 6 u. öfter; D. Sic. 14, 103.

Greek (Liddell-Scott)

δεσμός: ὁ· πληθ. δεσμά, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 157, Θέογν. 459, Ἡρόδ 6. 91, καὶ οὕτω τὸ πλεῖστον παρ’ Ἀττ. ποιητ. καὶ Πλάτ. Εὐθύφρ. 9Α· ἀλλὰ δεσμοὶ Αἰσχύλ. Πρ. 525, Εὐρ. Βάκχ. 518, 634, συχν. παρὰ Πλάτ. (δέω)·- παρ’ Ὁμ. καθόλου, = ταινία ἢ πᾶν ὅ,τι χρήσιμον πρὸς δέσιν καὶ στερεοποίησιν· οἷον φορβειὰ (καπίστρι), Ἰλ. Ζ. 507· τὰ πρυμνήσια, τὸ καλῴδιον τῆς ἀγκύρας, Ὀδ. Ν. 100, κτλ· ἱμὰς τῆς θύρας, Φ. 241· οὕτω παρ’ Ἀττ. ὁ ἱμὰς τοῦ ζυγοῦ, Ξεν. Ἀν. 3. 5, 10· πᾶς σύνδεσμος ἑνότητος, Πλάτ. Τιμ. 31C· ἐπὶ τῶν φωνηέντων, ὁ αὐτ. Σοφ. 253Α· δεσμοὶ πολιτείας, ἐπὶ τῶν νόμων, ὁ αὐτ. Νόμ. 793Β. 2) κατὰ πληθ. = δεσμά, ἁλύσεις, ἐκ δεσμῶν λυθῆναι Αἰσχύλ. Πρ. 509, 770· πρὶν ἂν χαλασθῇ δεσμὰ αὐτόθι 513· ἐν δεσμοῖσι Σοφ. Ἀποσπ. 60· δεσμοῖς Θουκ. 7. 82· ὁ ἐπὶ τῶν δεσμῶν = δεσμοφύλαξ, Λουκ. Τοξ. 29· - ἐντεῦθεν καθ’ ἑνικ., περιληπτικῶς = δεσμά, φυλάκισις, φυλακή, δεσμὸς ἀχλυόεις Ἐπίγρ. παρ’ Ἡροδ. 5. 77· οὐδὲν ἄξιον δεσμοῦ Ἡρόδ. 3. 145· ἐν δεσμῷ Σοφ. Ἀντ. 858· ἐν δημοσίῳ δεσμῷ Πλάτ. Νόμ. 864Ε· δεσμοῦ τιμᾶσθαι Λυσ. 105. 16. 3) = δεσμός, ἐπίδεσμος, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 1. 16, 14, κτλ· - ἀλλὰ δεσμὸς ἄρθρου Ἱππ. π. Ἀγμ. 776, εἶναι κατὰ τὸν Γαλην., ἀγκύλωσις. ΙΙ. = δέσμη, Πολυδ. Β΄, 135, Εὐστ. 862. 27· δ. ἀργυρίου Ἑβδ. (Γεν. μβ΄, 27).

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
lien (corde, câble, amarre, courroie, nœud) ; p. ext. clou ; au plur. d’ord. οἱ δεσμοί liens, chaînes, fers ; au sg. emprisonnement, prison ; en gén. captivité ; fig. d’ord. au plur. liens (d’amitié, etc.).
Étymologie: δέω¹.

English (Autenrieth)

(δέ Od. 24.2): any (means of) binding, fastening, fetter, imprisonment, pl., bonds; ἄνευ δεσμοῖο μένουσιν | νῆες, i. e. without mooring, Od. 13.100; of a latch-string, Od. 21.241, etc.

English (Slater)

δεσμός
   1 bond τὸν δὲ τετράκναμον ἔπραξε δεσμὸν ἑὸν ὄλεθρον ὅγ. ἐν δ' ἀφύκτοισι γυιοπέδαις πεσὼν (sc. Ἰξίων) (P. 2.40) κείνῳ μὲν (= Τυφῶνι) Αἴτνα δεσμὸς ὑπερφίαλος ἀμφίκειται fr. 92. ]δεῖ δεσμὸς[ (sic Snell, sed lectio incerta) Παρθ. 1. 3. οἱ μὲν κατωκάρα δεσμοῖσι δέδενται fr. 161.

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ

• Grafía: graf. δεσσμ- IG 42.102.218, δεζμ- IG 42.103.80 (ambas Epidauro IV a.C.)

• Morfología: frec. plu. δεσμά
A Idicho de la forma o medio de unión
1 atadura, nudo ἐπὶ δεσμὸν ἴηλε ... ὃν ... μιν δέδαε ... Κίρκη echó un nudo (al cofre) que le había enseñado Circe, Od.8.447, cf. 443, 21.241, A.R.3.808, ἀμήχανα δεσμά h.Merc.157, λύειν δ' οὐκ ἔστιν ἀγνοοῦντας τὸν δεσμόν Arist.Metaph.995a30, οἱ δεσμοὶ κατὰ τὴν ἐπάλλαξιν ἰσχὺν δι' ἀλλήλων λαμβάνουσιν Plu.2.140e.
2 remache, grapa para unir las asas a un trípode Il.18.379, ἀπὸ τῶν τετρακύκλων IG 22.1425.383 (IV a.C.)
arq. para unir bloques de piedra o madera μόλυβδος ... τοῖς δεσμοῖς τōν λίθον IG 13.472.149 (V a.C.), cf. ID 104-24.12 (IV a.C.), δεσμὰ σιδερᾶ δόκιμ[α τὰ] ἐκ τῶν λίθων ἐγλυθέντα IG 22.1627.283, cf. 1666B.90 (ambas IV a.C.), CID 2.59.1.23 (IV a.C.), δεσμοὺς χαλκοῦς μεγάλους IG 11(2).203B.94 (III a.C.), cf. Paus.5.20.6, Nonn.D.40.454.
3 correa, cuerda para varios usos, esp. sujetar o guiar animales, ronzal para caballerías Il.6.507, 15.264, cf. Hdt.3.32, A.R.1.129, Artem.4.proem., para el yugo, X.An.3.5.10
náut. cordaje, Od.13.100, Q.S.11.310
τὰ δεσμοῦ el material que sirve para atar o amarrar, correaje, PTeb.120.70 (I a.C.).
4 vencejo para atar gavillas, Arist.Metaph.1042b17, PSarap.50.9, 51.19 (ambos II d.C.).
II aplicado a personas
1 c. intención de aprisionar:
a) atadura, cadena δεσμὸν ἀνίει μένος Ἡφάστοιο, τὼ δ' ἐπεὶ ἐκ δεσμοῖο λύθεν ... la fuerza de Hefesto soltó el lazo, y ellos dos, cuando se liberaron de la atadura ..., Od.8.359, 360, cf. 12.54, 160, 200, Il.1.401, Q.S.5.343, δεσμῷ ἐν ἀχλυόεντι σιδηρέῳ ἔσβεσαν ὕβριν apagaron su soberbia con obscura cadena de hierro, e.e. en obscura prisión epigr. en Hdt.5.77 (= IG 13.501A.1), δεσμοῖς Ἑρμείαο σιδηρείοις μιν ἔχοντες (a Ares), Orác. en SEG 41.1411.5, cf. 11 (Siedra II d.C.)
frec. en plu. ligaduras, cadenas, grilletes incluso prisión δεσμοῖσι δέδενται Pi.Fr.161, ἐκ δεσμῶν λυθῆναι A.Pr.509, cf. Ar.Th.1013, 1108, Pax 1073, Arat.203, Sext.Sent.322, Q.S.2.442, 6.291, Eun.VS 479, 484, οἱ ... ἐκ δεσμῶν λυθέντες οὐ δύνανται τοῖς ἄλλοις ὁμοίαν ποιήσασθαι τὴν ὁδοιπορίαν Alcid.1.17, cf. Plu.2.165e, ἐν δέσμοισι con cadenas, e.e. preso S.Fr.63, cf. E.Ep.1.16, δεσμοῖς en prisión Th.7.82, εἰς δεσμοὺς ἄγειν encadenar, prender E.Ba.518, οἳ φυγῆς ἄξια ἔρδουσιν ἢ δεσμῶν los que realizan actos dignos de la pena de destierro o de prisión Democr.B 262, κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν sufro incluso prisión 2Ep.Ti.2.9, λυσόμενος χαλκέων Ἰξίονα ... δεσμῶν A.R.3.62, δούλια δεσμὰ γυναικῶν A.R.Fr.12.13, τὸ κρίμα ἔσται ... εἰς δεσμά LXX 2Es.7.26, cf. Vett.Val.2.6, δεσμοὶ χεῖρες αὐτῆς sus manos son cadenas LXX Ec.7.26, cf. Ge.42.27, ὁ ἐπὶ τῶν δεσμῶν el carcelero Luc.Tox.29;
b) esp. prisión, cautiverio ὡς δ' ὅτ' ἀνὴρ ... ὑπεκπροφύγῃ ... κρατεροῦ ὑπὸ δεσμοῦ Hes.Sc.43, οὐδὲν ἄξιον δεσμοῦ Hdt.3.145, δουλεία καὶ δ. X.Cyr.3.1.24, αἰκία δ. θάνατος Arist.EN 1131a8, δ. ἢ ζημία Aen.Tact.10.19, τιμᾶσθαι δεσμοῦ considerarse a sí mismo merecedor de la pena de prisión Lys.6.21, δεσμὸν καταγιγνώσκειν condenar a pena de prisión D.24.152, cf. IStratonikeia 1101.15 (II d.C.)
fig. op. λύσις Aen.Gaz.Thphr.15.23;
c) local prisión, cárcel πετρώδει ... ἐν δεσμῷ S.Ant.958, ἐν δημοσίῳ δεσμῷ δεθείς Pl.Lg.864e.
2 faja, venda del recién nacido h.Ap.129
en usos medic. προσδῆσαι μὲν τοὺς πόδας ... δεσμῷ εὐόχῳ μέν, μαλθακῷ δέ Hp.Art.43, cf. 78, Fract.6.
III medic.
1 ligamento οἱ σπόνδυλοι ... δέδενται πρὸς ἀλλήλοις δεσμῷ μυξώδει καὶ νευρώδει Hp.Art.45, cf. Mochl.1, Arist.HA 495b13, 21, PA 654b28
gener. sujeción ὁκόταν δὲ ῥαγέωσιν οἱ ὑμένες, τότε λύεται τοῦ δεσμοῦ τὸ ἔμβρυον Hp.Nat.Puer.30.
2 anquilosamiento ἄρθρου Hp.Fract.37.
IV fig.
1 atadura no visible οἶνος ... δέει γλῶσσαν ... δεσμοῖς ἀφράστοισι el vino ata la lengua con ataduras invisibles Hes.Fr.239.4, ἧς ἡ ψυχρότης δεσμός ἐστιν Archel.Phil.1a, de tipo mágico δήσω ἐγὼ κείνην ὑπὸ Τάρταρον ... δεσμοῖς ἀργαλέοις IG 3(3).108a.4 (III a.C.), cf. IG 42.122.43 (IV a.C.)
de tipo mítico-religioso obligación, vínculo, aprisionamiento ἀίδηλος ὑπὸ χθόνα δ. ἔρυκε a Teseo en los infiernos, A.R.1.102, ref. a las almas impuras δεῖσθαι ἐν ἀρρήκτοις δεσμοῖς ὑπὸ Ἐρινύων Pythag.B 1a.31, cf. 2Ep.Clem.20.4, δεσμὰ ... τῆς ψυχῆς Pythag.B 1a.31, cf. Iust.Nou.7.8, ἱεροὶ δεσμοί vínculos sagrados Iambl.Myst.3.27
de la relación del filósofo con la naturaleza vínculo o servidumbre Porph.Abst.1.38
en lit. crist. censura eclesiástica, Chrys.M.63.45.
2 en el ámbito familiar, social atadura, vínculo, lazo τὰ ξυμφέροντα ... ὑπὸ τῶν νόμων κείμενα δεσμὰ τῆς φύσεώς ἐστι las conveniencias dictadas por las leyes son ataduras para la naturaleza Antipho Soph.B 44a.4.5, δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί Pl.Prt.322c, (πάτριοι νόμοι) δεσμοὶ ... πάσης εἰσὶν πολιτείας Pl.Lg.793b, δεσμοὶ ἀγαπήσεως LXX Os.11.4, συμμαχία ὥσπερ κράτος ἢ δ. una alianza como apoyo o vínculo Plu.Nic.10, τῆς δουλείας PSI 452.28 (IV d.C.).
3 cien. y fil. enlace, vínculo, lazo de unión o conexión τὰ ... φωνήεντα ... οἷον δ. διὰ πάντων (γραμμάτων) κεχώρηκεν Pl.Sph.253a, entre dos términos, Pl.Ti.31c, τοῦ αἰσθητικοῦ μορίου ... δ. καὶ ἀκινησία encadenamiento e inmovilidad de la facultad perceptiva Arist.Somn.Vig.454b10, δύο μὲν τὰ πρῶτα στοιχεῖα γῆ καὶ πῦρ, τὰ δὲ λοιπὰ δεσμοῦ καὶ συνοχῆς χάριν προυνοήθη Porph.in Tim.58
del cordón de estrellas que forma parte de la constelación Piscis, Arat.242.
B haz τετράκναμος ... δ. haz de cuatro radios, e.e. rueda de cuatro radios Pi.P.2.40
haz, manojo como medida ἀσπαράγου BGU 1120.14 (I a.C.), ὀρι[γά] νου Coquin.Fr.Pap. en Philologus 80.1925.341, δᾴδων Eust.862.27. • DMic.: de-so-mo.

English (Thayer)

δεσμοῦ, ὁ (δέω) (from Homer down), a band or bond: ἐλύθη ὁ δεσμός τῆς γλώσσης αὐτοῦ, i. e. the impediment in his speech was removed); λυθῆναι ἀπό τοῦ δεσμοῦ, of a woman bowed together, held fasces it were by a bond). The plural form τά δεσμά the more common form in Greek writers (Winer s Grammar, 63 (62) (cf. Buttmann, 23 (21); see below)), is found in οἱ δεσμοί in ὥστε τούς δεσμούς μου φανερούς ἐν Χριστῷ γενέσθαι, so that my captivity became manifest as made for the cause of Christ) ("δεσμά sunt vincula quibus quis constringitur, sed δεσμός est in carcerem conjectio et captivitas in vinculis ... Utraque forma et ceteri Graeci omnes et Attici utuntur, sed non promiscue ut inter se permutari possint." Cobet as quoted in Rutherford, New Phryn., p. 353); the genitive and dative in R Tr marginal reading; ἐν τοῖς δεσμοῖς τοῦ εὐαγγελίου, in the captivity into which the preaching of the gospel has thrown me, Winer's Grammar, 189 (178); cf. reference under the word δέσμιος, at the end).

Greek Monolingual

ο (AM δεσμός)
1. το μέσο (σκοινί, ταινία, λουρί) με το οποίο δένεται κάτι
2. σύνδεσμος, σχέση αμοιβαιότητας («έχουν ερωτικό δεσμό», «κατὰ φιλίας δεσμόν», «δεσμοὶ γὰρ οὗτοι πάσης πολιτείας»)
3. ο κόμπος
4. φρ. «ο Γόρδιος δεσμός» — κόμπος τόσο σφιχτός και περίπλοκος που ήταν αδύνατο να λυθεί
5. πληθ. τα δεσμά
α) αλυσίδες ή σκοινιά με τα οποία έδεναν κρατουμένους, κατάδικους ή αιχμαλώτους
β) κάθε τι το οποίο δένει, καταναγκάζει κάποιον («τα δεσμά της σκλαβιάς», «ὁ δεσμὸς ή τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας»)
αρχ.
1. το σκοινί με το οποίο δένεται το πλοίο
2. το σκοινί που κρατάει δεμένο το ζώο, η φορβειά
3. ο ιμάντας της θύρας
4. ο κεφαλόδεσμος
5. φρ. α) «δεσμὸς ἄρθρου» — αγκύλωση
β) «δεσμὸς γλώσσης» — γλωσσοδέτης
γ) «δεσμὸς ἀργυρίου» — το βαλάντιο
δ) «ὁ ἐπὶ τῶν δεσμῶν» — ο δεσμοφύλακας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δω (δέω) «δένω» + (επίθημα) -σμος. Αξιοσημείωτο είναι ότι η λ. έχει διπλό πληθυντικό ήδη από την αρχαιότητα: οι δεσμοί, αρσ. γένους, και τα δεσμά, ουδ. γένους, πιθ. για σημασιολογική διαφοροποίηση. Με το δεσμά δηλ. δηλωνόταν το σύνολο τών οργάνων με τα οποία δέσμευαν, ενώ το δεσμοί είχε πιο αφηρημένη και γενική σημασία (πρβλ. σταθμός, σταθμοί, σταθμά).
ΠΑΡ. δεσμεύω, δέσμιος, δεσμώ (-έω), δέσμωμα, δεσμώνωδεσμόω, -ω), δεσμώτης, δεσμωτήριο(ν)
αρχ.-μσν.
δέσμιον.
ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) δεσμοφύλακας (Α -αξ)
αρχ.
δεσμόβροχος, δεσμόλυτος
μσν.
δεσμολύτης, δεσμοφόρος, δεσμόχειρ
(Β' συνθετικό) γονατόδεσμος, επίδεσμος, κατάδεσμος, κεφαλόδεσμος, κοιλιόδεσμος, σιδηρόδεσμος, στηθόδεσμος, σύνδεσμος, χειρόδεσμος
αρχ.
αγκωνόδεσμος, άδεσμος, αμπελόδεσμος αμφίδεσμος, ανάδεσμος, απόδεσμος, βαρύδεσμος, διάδεσμος, ένδεσμος, εννεάδεσμος, ζευγλόδεσμος, ζυγόδεσμος, ιμαντόδεσμος, ιππόδεσμος, καρπόδεσμος, κρήδεσμον, κροκόδεσμος, κυνόδεσμος, λινόδεσμος, λυγόδεσμος, μαστόδεσμος, μιτρανάδεσμος, μονόδεσμος, οινόδεσμος, ολιγοσύνδεσμος, περίδεσμος, πολύδεσμος, πολυσύνδεσμος, ποσίδεσμος, προεπίδεσμος, σκελόδεσμος, στρωματόδεσμος, σχηματόδεσμος, σχοινόδεσμος, τιαρόδεσμος, τριχόδεσμος, υπόδεσμος, χαλινόδεσμος, ωρόδεσμος
νεοελλ.
αγκυρόδεσμος, ακρόδεσμος, αλυσόδεσμος, δικτυόδεσμος, επιτονόδεσμος, κηλεπίδεσμος, κορακόδεσμος, λαιμόδεσμος, λυκόδεσμος, ομφαλεπίδεσμος, ομφαλόδεσμος, περίδεσμος, ποδόδεσμος, σανιδόδεσμος, σταυρόδεσμος, τραχηλόδεσμος].

Greek Monotonic

δεσμός: ὁ, πληθ. δεσμά όπως επίσης και δεσμοί (δέω),
1. οτιδήποτε προορίζεται για συγκόλληση, σύνδεση, δέσιμο, σε Όμηρ. κ.λπ.· καπίστρι, σε Ομήρ. Ιλ.· καραβόσχοινο της άγκυρας, σε Ομήρ. Οδ.· ιμάντας της πόρτας, στο ίδ.· ιμάντας του ζυγού, σε Ξεν.
2. στον πληθ., δεσμά, αλυσίδες, σε Αισχύλ., Θουκ.· στον ενικ. περιληπτικά, δεσμά, φυλάκιση, εγκλεισμός σε φυλακή, δεσμωτήριο, σε Ηρόδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

δεσμός: ὁ (pl. тж. δεσμά)
1) привязь (δεσμὸν ἀπορρῆξαι Hom.);
2) причальный канат (ἄνευ δεσμοῖο νῆες Hom.);
3) дверной ремень (θύρας ἐπὶ δεσμὸν ἰῆλαι Hom.);
4) упряжной ремень, постромка (τοῖς δεσμοῖς χρῆσθαι περὶ τὰ ὑποζύγια Xen.);
5) скрепа, гвоздь (κόπτειν δεσμούς Hom.);
6) анат. связка (οἱ δεσμοὶ καὶ αἱ φλέβες Arst.);
7) преимущ. pl. узы, оковы (ἐν δεσμοῖς δεῖν Hom., Plat.; ἐκ δεσμῶν λυθῆναι Aesch., Arst.): δεσμοῖς Thuc. в оковах, связанный;
8) перен. узы, связи (δεσμοὶ φιλίας Plat.): δεσμοὶ πάσης πολιτείας Plat. = οἱ νόμοι;
9) тж. pl. темница, тюрьма (δημόσιος δ. Plat.; δεσμοῦ τιμᾶσθαι Lys.): ὁ ἐπὶ τῶν δεσμῶν Luc. тюремщик;
10) пленение, плен (δ. καὶ δουλεία Xen.);
11) связанность, скованность (ὁ ὕπνος οἷον δ. καὶ ἀκινησία Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεσμός -οῦ, ὁ [1. δέω] plur. δεσμοί en heterocl. δεσμά verbinding; concr. band, touw, riem, ketting; overdr.: δεσμοί … οὗτοι πάσης εἰσὶν πολιτείας deze (voorouderlijke gebruiken) zijn de banden die elke staat bijeenhouden Plat. Lg. 793b. plur. boeien, ketenen; uitbr. gevangenschap, gevangenis: (ἐν) δεσμοῖς in de boeien, in gevangenschap;; λῦσαί με δεσμῶν τῶνδε me van deze boeien te bevrijden Aeschl. PV 1006; ὁ ἐπὶ τῶν δεσμῶν de gevangenisbewaarder Luc. 57.29; ook sing. collect.. οἱ δουλείαν καὶ δεσμὸν φοβούμενοι zij die slavernij en gevangenschap vrezen Xen. Cyr. 3.1.24; ἐν δημοσίῳ δεσμῷ in de staatsgevangenis Plat. Lg. 864e. geneesk. het op slot zitten (van de gewrichten).

Middle Liddell

[δέω]
1. anything for binding, a band, bond, Hom., etc.: a halter, Il.: a mooring-cable, Od.: a door-latch, Od.; a yoke-strap, Xen.
2. in pl. bonds, fetters, Aesch., Thuc.: in sg., collectively, bonds, imprisonment, Hdt., etc.