Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δέσμευση

Greek Monolingual

η (AM δέσμευσις) δεσμεύω
η συγκράτηση ή συσκευασία με δεσμό, το δέσιμο
νεοελλ.
1. το να αναλαμβάνει κανείς ηθική ή νομική υποχρέωση για κάτι
2. φρ. «δέσμευση καταθέσεων» — απαγόρευση της ανάληψης καταθέσεων με κρατική απόφαση ώστε να αντιμετωπιστούν έκτακτοι κίνδυνοι
3. (αστ.-δίκ.) απαγόρευση ή περιορισμός που επιβάλλει η κρατική εξουσία για τα συμφέροντα του κράτους στη χρησιμοποίηση κάποιας ιδιοκτησίας
4. χημ. συνένωση μιας χαρακτηριστικής ομάδας οργανικής ουσίας με κατάλληλη ρίζα, με σκοπό την προστασία της ομάδας κατά τη διάρκεια μιας χημικής αντίδρασης
μσν.
φυλάκιση.