σκορπίδι

From LSJ
Revision as of 12:29, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (37)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Μιμοῦ τὰ σεμνά, μὴ κακῶν μιμοῦ τρόπους → Graves imitatormores, ne imitator malos → Das Edle nimm zum Vorbild, nicht der Schlechten Art

Menander, Monostichoi, 336

Greek Monolingual

το, Ν σκορπίς, -ίδος]
1. κοινή ονομασία δύο ειδών σκορπιονοειδών ψαριών, του Scorpaena porcus, δηλαδή του καθαυτό σκορπιού, και του Scorpaena notata
2. το σκορπιδόχορτο.