χάφτω

From LSJ
Revision as of 12:41, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (46)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

ἀλλ' ἦν ἅπαντα τεταγμένα νόμων ἐπιταγαῖς → but all their acts were regulated by prescriptions set forth in laws

Source

Greek Monolingual

και χάβω Ν
1. τρώω με λαιμαργία
2. μτφ. α) είμαι ευκολόπιστος, πείθομαι εύκολα
β) σφετερίζομαι με απληστία
3. φρ. α) «χάφτω μύγες»
i) είμαι τεμπέλης είμαι χασομέρης
ii) είμαι ανόητος, είμαι βλάκας
4. παροιμ. «όποιος πάει να χάψει βόιδι, χάφτει μύγες» — δηλώνει ότι εκείνος που επιδιώκει πράγματα τα οποία υπερβαίνουν τις δυνάμεις του συνήθως αποτυγχάνει.
[ΕΤΥΜΟΛ. Νεοελλ. τ. σχηματισμένοι από το αρχ. ρ. κάπτω «καταβροχθίζω»].