χρέα
From LSJ
Μισθὸς διδάσκει γράμματ', οὐ διδάσκαλος → Pretium docet te, non praeceptor, litteras → Der Lehrer lehrt das Lesen nicht, es ist der Lohn
Μισθὸς διδάσκει γράμματ', οὐ διδάσκαλος → Pretium docet te, non praeceptor, litteras → Der Lehrer lehrt das Lesen nicht, es ist der Lohn
χρέᾰ: ἴδε ἐν λ. χρέος.
v. χρέος.
χρέᾰ: Επικ. αντί χρέεα, πληθ. του χρέος.
χρέᾰ: Hes. и χρέᾱ Arph. nom. и acc. pl. к χρέος.