μέσκος
αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων → always strive for excellence and prevail over others (Iliad 6.208, 11.784)
English (LSJ)
ὁ,
A = κῴδιον, Nic.Fr.119.
Greek (Liddell-Scott)
μέσκος: «κώδιον, δέρμα, Νίκανδρος» Ἡσύχ.
Greek Monolingual
μέσκος, ὁ (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «κώδιον, δέρμα, Νίκανδρος».
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ίσως να πρόκειται για δάνεια λ. ανατολικής προέλευσης (πρβλ. αραμ. meškā, ακαδ. mašku, αρχ. περσ. maškā «δέρμα, φλοιός»). Κατ' άλλη άποψη, πρόκειται για παρεφθαρμένο τ. του πέσκος].
Frisk Etymological English
Grammatical information: m?
Meaning: κώδιον, δέρμα. Νίκανδρος (Fr. 119) H.
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Orient.
Etymology: Oriental LW [loanword], cf. Aram. meškā, Assyr. mašku, OP maškā, MP, Arm. mašk hide, skin, weak leather etc. Lewy Fremdw. 131, Justi IFAnz. 17, 125. To this πέσκος (s. v.) through cross with πέκος (Güntert Reimwortbildungen 145 f.), which Latte reads instead for μέσκος.