Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τάληρο

From LSJ

Μούνη γὰρ ἄγειν οὐκέτι σωκῶ λύπης ἀντίρροπον ἄχθος → I have no longer strength to bear alone the burden of grief that weighs me down

Sophocles, Electra, 119-120

Greek Monolingual

και τάλληρο και τάλιρο και τάλ- (λ)αρο, το, Ν
1. μεταλλικό κέρμα που αντιστοιχεί σε πέντε δραχμές, πεντάδραχμο
2. (γενικά) νόμισμα διαφόρων χωρών που αντιστοιχεί σε πέντε νομισματικές μονάδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. Tallero < γερμ. thaler < Joachimsthal, περιοχή της Γερμανίας από τον άργυρο της οποίας ήταν κατασκευασμένο το νόμισμα αυτό όταν κόπηκε για πρώτη φορά εκεί το 1519. Ο τ. τάλαρο με αφομοίωση του -ι- σε -α-].