ἐξαερίζω

From LSJ

Μισῶ σοφιστήν, ὅστις οὐχ αὑτῷ σοφός → I hate the sage who is not wise for himself → Odi professum sapere, qui sibi non sapit → Den Weisen hass' ich, der in eigner Sache Tor

Menander, Monostichoi, 332
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐξᾱερίζω Medium diacritics: ἐξαερίζω Low diacritics: εξαερίζω Capitals: ΕΞΑΕΡΙΖΩ
Transliteration A: exaerízō Transliteration B: exaerizō Transliteration C: eksaerizo Beta Code: e)caeri/zw

English (LSJ)

= ἐξαερόω (make into air, volatilise, evaporate), Simp. in Cael. 571.8 (Pass.).

Spanish (DGE)

convertir en vapor en v. pas. τὸ ὕδωρ ἐξαεριζόμενον καὶ ἀραιούμενον Simp.in Cael.571.8.

Greek Monolingual

και ξαερίζωἐξαερίζω)
νεοελλ.
διώχνω τον αέρα ή άλλο αέριο από κλειστό χώρο («εξαερίζω μηχανή»)
αρχ.
μεταβάλλω σε αέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. εξαερίζω < εξ + αερίζω. Το νεοελλ. είναι απόδοση στα Ελλ. του γαλλ. purger d'air (la machine) και μαρτυρείται από το 1858 στο Ναυτικόν Ονοματολόγιον].