Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αέριο

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

το (ουδ. εν. του επιθ. αέριος ως ουσ.)
κατάσταση ή φάση της ύλης που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη καθορισμένου όγκου ή σχήματος.