Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αέριο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το (ουδ. εν. του επιθ. αέριος ως ουσ.)
κατάσταση ή φάση της ύλης που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη καθορισμένου όγκου ή σχήματος.