εωσφορίτης

Revision as of 07:15, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (16)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Greek Monolingual

ο
(ορυκτ.) ένυδρο φωσφορικό ορυκτό του αργιλίου, του μαγγανίου και του σιδήρου που κρυσταλλώνεται στο ορθορομβικό σύστημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. eosphorite < eosphor- (πρβλ. ἑωσφόρος) + -ite (πρβλ. κατάλ. -ίτης)].