κασκαρίκα
Greek Monolingual
η
1. αστείο πάθημα από απερισκεψία ή από τέχνασμα άλλου προσώπου, φιάσκο («έπαθα μια κασκαρίκα που δεν θα τήν ξεχάσω σ' όλη μου τη ζωή»)
2. το ίδιο το τέχνασμα από το οποίο προέρχεται η κασκαρίκα, χονδροειδής αστεϊσμός, καζούρα, φάρσα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kaşkarika ή ιταλ. ρ. cascare «πέφτω»].