χριστοκτόνος

Revision as of 15:30, 23 August 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")

German (Pape)

[Seite 1377] Christus tädtend, K. S.

Greek Monolingual

-ον, Α
εκκλ. αυτός που σκότωσε τον Χριστό, χριστοφόνος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Χριστός + -κτόνος (< κτείνω «φονεύω, σκοτώνω»), πρβλ. πατρο-κτόνος.