εἰρηνοφύλαξ

Revision as of 20:17, 16 April 2023 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)Full diacritics=(\w+)φύλαξ" to "Full diacritics=$1φῠ́λᾰξ")

English (LSJ)

[ῠ], ᾰκος, ὁ, ἡ,
A guardian of peace, X.Vect.5.1, Aeschin.3.159; of Caesar, Ph.2.567; title of police magistrate, Lib. Or.48.9 (pl.), Sammelb.4636.32,36 (Panopolis, iii A. D.).
II pl., = εἰρηνοδίκαι, Plu.Num.12.

Spanish (DGE)

-ακος, ὁ
guardián de la paz institución proyectada por Jenofonte, X.Vect.5.1, quizá ref. a los delegados del congreso de Corinto, Aeschin.3.159, de los feciales romanos (cf. εἰρηνοδίκης), Plu.Num.12, de Augusto, Ph.2.567, de Dios, Ph.2.296
n. de un oficial de policía, en Antioquía, Lib.Or.48.9, en Asia Menor, al cuidado de posesiones imperiales εἰ. τῆς ἐπαρχείας SEG 40.1232.4, 1233.6 (ambas Frigia I d.C.), en Egipto, como liturgia municipal PBremen 14.11, PAchm.7.101, PLond.199.8 (todos II d.C.), SB 12136.1 (II/III d.C.), POxy.2121.69 (III d.C.).

German (Pape)

[Seite 735] ὁ, 1) der Friedenswächter, Xen. Vect. 5, 1; Aesch. 3, 159. – 2) fetialis, Plut. Num. 12.

French (Bailly abrégé)

ακος (ὁ) :
qui veille au maintien de la paix ; à Rome fécial.
Étymologie: εἰρήνη, φύλαξ.

Russian (Dvoretsky)

εἰρηνοφύλαξ: ᾰκος ὁ страж или хранитель мира Xen., Aeschin., Plut.

Greek (Liddell-Scott)

εἰρηνοφύλαξ: -ᾰκος, ὁ, ἡ, φύλαξ τῆς εἰρήνης, Ξεν Πόροι 5. 1. ΙΙ. κατὰ πληθ., ὡς τὸ παρὰ Ρωμαίοις Fetiales, εἰρηνοδίκαι, Πλούτ. Νουμ. 12.

Greek Monolingual

ο (Α εἰρηνοφύλαξ)
νεοελλ.
κατώτερο αστυνομικό όργανο που εκτελούσε τις διαταγές τών δημάρχων και τών αστυνόμων
αρχ.
1. φύλακας της ειρήνης
2. τίτλος αστυνομικού
3. ρωμαίος ειρηνοδίκης.

Greek Monotonic

εἰρηνοφύλαξ: [ῠ], -ᾰκος, ὁ, ἡ, φρουρός, προστάτης της ειρήνης, σε Ξεν.

Middle Liddell

εἰρηνο-φῠ́λαξ, ακος,
a guardian of peace, Xen.