φασγανουργός

Revision as of 12:01, 25 August 2023 by Spiros (talk | contribs) (LSJ1 replacement)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

English (LSJ)

φασγανουργόν, forging swords, Αἶσα A.Ch.647 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 1257] Messer, Dolche, Schwerter verfertigend, Αἶσα Aesch. Ch. 637.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
fabricant de coutelas, armurier.
Étymologie: φάσγανον, ἔργον.

Russian (Dvoretsky)

φασγᾰνουργός: кующий меч(и) (Αἶσα Aesch.).

Greek (Liddell-Scott)

φασγᾰνουργός: -όν, (*ἔργω) ὁ κατασκευάζων ξίφη, Αἶσα Αἰσχύλ. Χο. 647.

Greek Monolingual

-όν, Α
αυτός που κατασκευάζει φάσγανα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φάσγανον «ξίφος» + -ουργός (< ἔργον), πρβλ. ξυλουργός].

Greek Monotonic

φασγᾰνουργός: -όν (*ἔργω), αυτός που κατασκευάζει ξίφη, σε Αισχύλ.

Middle Liddell

φασγᾰν-ουργός, όν [*ἔργω
forging swords, Aesch.