ἐπιγνάπτω

English (LSJ)

clean clothes: smarten up, ἑαυτόν Luc.Fug.28.

German (Pape)

[Seite 932] wieder aufwalken; übertr., ἑαυτόν, gleichsam wie ein altes Kleid neu aufkratzen, schön ausstaffiren, Luc. Fugit. 28. Bei Paul. Sil. 16 (V, 217), χρυσὸς ἐπιγνάπτει τὰς σοβαροβλεφάρους, ist es = ἐπιγνάμπτω, wofür es sich auch sonst als v.l. findet.

French (Bailly abrégé)

carder et dégraisser comme un foulon, càd mettre à neuf.
Étymologie: ἐπί, γνάπτω.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιγνάπτω:
1 досл. (о ткани, шерсти) чесать, чистить, перен. доводить до лоска (ἐπιγνάψαι ἑαυτόν Luc.);
2 делать сговорчивым или снисходительным (τὰς σοβαροβλεφάρους, sc. γυναῖκας Anth.).

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιγνάπτω: ἐπισκευάζω, ἀπεργάζομαι, καθιστῶ, ἀλλὰ νῦν φιλοσόφῳ ἔοικεν ἀκριβῶς ἑαυτὸν ἐπιγνάψας Λουκ. Δραπέτ. 28.

Greek Monolingual

ἐπιγνάπτω (Α)
λευκαίνω, καθαρίζω.

Greek Monotonic

ἐπιγνάπτω: μέλ. -ψω, καθαρίζω ρούχα· επιδιορθώνω, μπαλώνω, σε Λουκ.

Middle Liddell

fut. ψω
to clean clothes: to vamp up, Luc.