Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γνάπτω

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek (Liddell-Scott)

γνάπτω: γνάπτωρ, γνάφαλον ἢ -αλλον, -φεῖον, -φεύς, -φευτικός, -φεύω, -φικός, -φος, -φω, -ψις, ἴδε ἐν κν-.

French (Bailly abrégé)

c. κνάπτω.

Spanish (DGE)

v. κνάπτω.

Greek Monolingual

βλ. γνάφω.

Greek Monotonic

γνάπτω: γναφεύς, βλ. κνάπτω, κναφεύς.

Frisk Etymological English

γνάφαλλον, γναφεύς See also: s. κνάπτω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γνάπτω zie κνάπτω.

Frisk Etymology German

γνάπτω: {gnáptō}
Forms: γνάφαλλον, γναφεύς usw.
Grammar: v.
See also: s. κνάπτω.
Page 1,316