Ελλήσποντος
From LSJ
ὁκόσα γὰρ ὑπὰρ ἐκτρέπονται ὁποίου ὦν κακοῦ, τάδε ἐνύπνιον ὁρέουσι ὥρμησε → for whatever, when awake, they have an aversion to, as being an evil, rushes upon their visions in sleep (Aretaeus, Causes & Symptoms of Chronic Disease 1.5.6)
Greek Monolingual
ο (AMἑλλήσποντος)
ο πορθμός που συνδέει την Προποντίδα με το Αιγαίο Πέλαγος και χωρίζει την Ευρώπη από την Ασία
αρχ.
1. ο πορθμός του Ελλησπόντου μαζί με την Προποντίδα
2. η περιοχή γύρω από τον Ελλήσποντο.