λιτότης

From LSJ
Revision as of 00:08, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (5)

Ἴσος ἴσθι πᾶσι, κἂν ὑπερέχῃς τῷ βίῳ → Quamvis superior sorte, da te aequum omnibus → Sei allen gleich, auch wenn du reicher bist

Menander, Monostichoi, 257
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: λῑτότης Medium diacritics: λιτότης Low diacritics: λιτότης Capitals: ΛΙΤΟΤΗΣ
Transliteration A: litótēs Transliteration B: litotēs Transliteration C: litotis Beta Code: lito/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, (λῑτός)

   A plainness, simplicity, κόσμου Democr.274; τῶν στεφάνων Thphr.Fr.142; τὴν λ. διώκουσι D.S.2.59; λ. διαίτης Cic.Fam.7.26.2; cj. for λεπτότης in Epicur.Sent.Vat.63.    II Gramm., a figure of speech, assertion by means of understatement (cf. μείωσις) or negation, Serv. ad Verg.G.2.125, Donat.ad Ter.Hec.775.

Greek (Liddell-Scott)

λῑτότης: -ητος, ἡ, τὸ οὐσιαστ. τοῦ λῑτός, ἁπλότης, τὸ ἀπέριττον, περὶ τὴν δίαιταν Διόδ. 2. 59· λ. διαίτης Κικ. ad Fam. 7. 26· ἡ λ. τῶν στεφάνων Πλουτ. Ἀγησ. 36. ΙΙ. παρὰ Γραμμ. σχῆμα λόγου, = μείωσις.

French (Bailly abrégé)

ητος (ἡ) :
simplicité, absence d’apprêts.
Étymologie: λιτός.

Greek Monotonic

λῑτότης: -ητος, ἡ (λῑτός), απλότητα, σε Πλούτ.