Καππαδόκαι
From LSJ
English (LSJ)
ῶν, οἱ, Cappadocians, Hdt.5.49, etc.:—also Καππάδοκες, ων, Str.6.4.2, etc.:—fem. Καππαδόκισσα Id.14.2.17:—hence Καππαδοκία, Ion. -ιη, ἡ, Cappadocia, Hdt.1.71, etc.; Καππαδοκίζω,
A favour the Cappadocians, App.Mith.53:—Pass., to be Cappadocianized (with pun on Joannes Cappadox), [Demod.]5.
Greek Monotonic
Καππαδόκαι: οἱ, οι Καππαδόκες, γνωστοί για την πανουργία και για την δειλία τους, σε Ηρόδ.
Middle Liddell
the Cappadocians, notorious as knaves and cowards, Hdt.