Ὅρκον δὲ φεῦγε καὶ δικαίως κἀδίκως (κἂν δικαίως ὀμνύῃς) → Iurare fugias, vere, falso, haud interest → Zu schwören meide, gleich ob richtig oder falsch
Full diacritics: ἐνιπλήσασθαι | Medium diacritics: ἐνιπλήσασθαι | Low diacritics: ενιπλήσασθαι | Capitals: ΕΝΙΠΛΗΣΑΣΘΑΙ |
Transliteration A: eniplḗsasthai | Transliteration B: eniplēsasthai | Transliteration C: eniplisasthai | Beta Code: e)niplh/sasqai |
ἐνι-σθῆναι, ἐνί-σωσι, A v. ἐμπίπλημι.
ἐνιπλήσασθαι: -σθῆναι, -σωσι, ἴδε ἐμπίπλημι.
inf. ao. Moy. poét. de ἐμπίπλημι.
ἐνιπλήσασθαι: -σθῆναι, απαρ. Μέσ. και Παθ. αορ. αʹ του ἐμπίπλημι.